Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Βια

Η βία της γνώσης πάνω στην άγνοια; η το αντίστροφο;
Πόση απελπισία ο γνώστης να μην μπορεί να μοιραστεί ό,τι γνωρίζει, όση απελπισία και ο αγνοών όταν βρίσκεται άξαφνα εκεί που δεν έβλεπε ότι πήγαινε.
Η βία της ασχήμιας πάνω στην ομορφιά ή το αντίστροφο; Μια αθώα ομορφιά μπορεί να προκαλεί αναιδώς και βιαίως τον ταπεινό κόσμο του σακατεμένου. Πόσες φορές πιο μικρή όταν ένιωθα όμορφη, μου φαινόταν ύβρις η ύπαρξή μου όταν επέρναγα μπροστά από τα δύσμορφα σώματα των επαιτών στους δρόμους. Σε εφιάλτες έρχονταν χέρια ζητιάνων και με κυνηγούσαν μέχρι να γεμίσουν το σώμα μου μαυρίλα από τα βρώμικα ακροδάχτυλα και τα άκοπα νύχια. Μόνο έτσι θα έπαυα να παραβιάζω τον κόσμο της ασχήμιας τους. Κι εγώ έτρεχα πάνω στο αναπηρικό μου καροτσάκι.
Έτσι αποσιωπώ όσα ανέχτηκα. Εξαργυρώνω συντροφικότητα και μιλάω στους τοίχους.
Άλλα σώματα ονειρεύομαι άλλα ονειρεύεται ο κόσμος για μένα. Στα ξένα βλέμματα εμπιστεύομαι την ευτυχία μου. Λες και πρόκειται να προκόψω με ξένες δουλειές.
Δεν αντέχω να εξιστορήσω πόση απόσταση με χωρίζει από το σώμα που χτες με γεύτηκε κι όμως δεν κατόρθωσε να με διαπεράσει ούτε ένα ρίγος.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Απόψε παίζει το κεντρί έναν σάπιο ρόλο.


Γι αυτό δεν εμπιστεύομαι τα πλήκτρα.


Από παλιές λέξεις μουσική.


Απλά αντιγράφω μια παρήχηση.


Άθλιος άθλος στον θόλο σου να θέλω την θλίψη
Άλυτος χρόνος η αγκαλιά σου θεμελιώνει την τύψη

Κλίση της πεπλατυσμένης οδού, αθεμέλιος λίθος
έλξη της ύλης πτωμάτων που εφίλησαν μύθο.

Αλησμόνητο κι ελλιμενισμένο στο παρόν
Το πλοίο του στόλου σου
Ακαλλώπιστο μέσα σε καλάθι κορμί
Το κρύο του όλου σου.

Αφελείς λουφαδόροι, που σαλιώνουν την άλυσο
αλαβ – άστρων αδένες που βυθίζουν την άβυσσο

Λήθης ύπνος αληθής υπομνήσκων ότι ελύθης
θέλξη λάφυρο σιγής επί στήθους σου τα πλήθη
λίθος τίμιος θηλής, εθελοτυφλούσα πείθεις.

Ως λεμβουχοι του ασάλευτου οι θαμώνες βουλιάζουν
Τεθλασμένες παράλληλες στο κλουβί σου φωλιάζουν

Αλιμένω το αλάθητο κάλεσμα το λαχουρένιο
Στις θηλές σου η θάλασσα φυλακίζει το ξένο
.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Κουβέντα πάνω σε ένα ψίχουλο


Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, χτεσινά ποτά τσουγκρίζουν ακόμα τα ποτήρια πάνω στο κεφάλι, μπαίνω στο καταφύγιο και βρίσκω τα ρούχα μου σπίτι σου, πλυμμένα και σιδερωμένα. Με την τσάκιση σε άλλο σημείο από κείνο που την κάνω εγώ.


Αγαπημένη Μαρία-Ηλέκτρα, διάβασα και περιέργως δεν νιώθω να εντάσσομαι στην κατηγορία αυτή όπως την περιγράφεις.... λίγο αμερικάνικη περιγραφή.

Δεν είναι ανεξήγητα τα σημάδια μου. Είναι ελάχιστα και έχουν για μενα λόγους που παραδέχομαι ανοιχτά. Είπαμε είναι σαν το τσιγάρο ένα πράγμα. ΜΌΝΟ ΠΟΥ ΚΆΝΕΙ ΠΟΛΎ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΚΑΚΟ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΦΕΥΓΟΥΝ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ. ΛΟΛ.

Δεν τα κρύβω κάτω από ρούχα. Τα βουτάω στα κρύα νερά της θάλασσας να χαιδευτούν στο κύμα. Δεν έχω και τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Και το χειρότερο: τα θεωρώ απόδειξη διαχείρισης συναισθημάτων: Γιατί έχω κατορθώσει να μην τα αφήσω σε ξένα σώματα, ή σε ξένες καρδιές ξεστομίζοντας την βία που με πνίγει ώρες - ώρες και που νιώθω να την νικώ έτσι, μη υποτασσόμενη στο ένστικτο να στραφώ κατά άλλου. Γενικά δεν ταυτίζομαι με τούτα τα αγγλιστί χαρακτηριστικά.

(Μόνο που αγαπώ γυναίκες και δεν μπορώ να τις έχω. Αυτό ναι. Είναι πληγή.)

Η υποφορά, η ύπαρξη ως ενσάρκωση και διαχείριση της οδύνης, μοιάζει να ενηλικιώθηκε μαζί μου, σαν να με νομιμοποιεί, αυτή και μόνο αυτή και να με δικαιώνει. Το μοιρολόι των γυναικών στην μέσα Μάνη, ήταν μορφή κοινωνικής καταξίωσης. Μόνο που αυτές πενθούσαν άλλους. Εμείς πενθούμε τις ζωές που δεν ζήσαμε.


Χαίρομαι που Μίλησες. Κοιτάζω τον πίνακα ζωγραφικής. Σε ευχαριστώ που τον είδα εξαιτίας σου. Είναι υπέροχος. Κοίτα τα μάτια της Portia. Ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Δεν μου φαίνεται απελπισμένη. Είναι η ψυχή της πιο δυνατή από το σώμα. Παραδέχεται την αιώνια πάλη τους, εκείνη που υποβόσκει στον έρωτά ψυχής - σώματος. Το χέρι είναι ακίνητο αποφασισμένο. Δεν είναι μια στιγμή παραφοράς, ούτε υστερίας. Απόλυτα συγκεντρωμένη στην θυσία. Αποδεχόμενη την ζωή όπως πραγμάτικά είναι: δηλαδή ΚΑΙ οδυνηρή (όχι μόνο γλυκειά). Με συνείδηση της καταστροφής, μια μικρή αμυχή στο δέρμα και για αυτό με σεβασμό απέναντί στην πληγή.


Αντιθετα από άλλες πληγές που ανοίγουμε στην ψυχή ή στο σώμα μας από απλή αδιαφορία (πως νιώθουμε παράφορα, πως ζούμε έτσι αδιάφορα).


Ξεκίνησε για σχόλιο μα ήτανε μεγάλο και σου τό κλεψα.


Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

ΕΛΕΧΘΗ


Στα πιο απόκρημνα κορμιά, έχω ασκητέψει. Σε στέρφες παραλίες που δεν πατάει άνθρωπος.


Κι αν ζήλεψα να μείνω λίγο παραπάνω σε αυτό το περιβόλι που με λιγώνει με καλοκαιρινούς καρπούς ενώ γύρω πέφτει χιόνι, αν ζηλεψα ας μου καταλογιστεί.


Αν έζησα την βιαιότητα της επιθυμίας που δεν εκπληρώνεται, να θέλω να την φιλήσω και να την χαιδέψω ΠΑΝΤΟΥ και να μην μου επιτρέπεται. Και να μην το δείχνω. Ας μου καταλογιστεί επίσης.


Κι αν παραδόθηκα στα χέρια του που με κράτησαν με απρόσμενη ετοιμότητα, ενω σκεφτομουν εκείνη, κι αν τέλος προδίδω την μια σκέψη και αγαπώ την επόμενη. Ας μου καταλογιστεί.


Κι αν δειλιάζω να διεκδικήσω τα σώματα που κεντάνε την ψυχή μου, και παραδίνομαι ηδονικά (Αδη νικο) στον Ξένο, ας χρεωθεί στις ευτυχίες.


Η Ζοζεφιν σήμερα είπε απλά το τέλειο: Κάθε άνθρωπος είναι και ένα ξεχωριστό φύλο.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007



Πως θα σε αγγίξουνε τα χέρια του; Πως θα τον αφήσεις;

Δεν ξέρω και δεν θέλω να το σκέφτομαι. Ακόμη τον κρατάω σε κάποια απόσταση.

Το πρωί τρέχουνε μικρές κινέζες με ψεύτικα μωρά στην αγκαλιά και τα πουλάνε. Το βράδυ ντύνονται στα κοκκινα και κάνουν ακροβατικά. Λύθηκαν τα μάγια κι έκλαψα απόψε. Με λευκούς τότε ακροβάτες να ξεγυμνώνουν για χατήρι μας την εμπιστοσύνη, παλάμη πάνω σε παλάμη, μάτια καρφωμένα στον άλλον, περιφερική όραση αναπτυγμένη στο έπακρο και πολύ αγάπη για κείνον που ισορροπεί στις πλάτες σου. Κι εγώ να λύνομαι στο κλάμα ενώ γύρω χειροκροτούν.

Σκέφτηκες έστω μια στιγμή να με φιλήσεις όμορφη; Με ποια πολεμοφόδια να μείνω σε αυτήν την πολιορκία;

Βλέπω τις αγάπες μου σε σίριαλ. Απογυμνωμένες από χάδια. Γράφω μάταιους στίχους πάνω σε έδρανα, άδεια που δικάζουν μόνο βράδια.

Το βλέμμα του μπαρμαν ο μόνος κριτής. Δεν άντεξες κι απόψε μου είπε, φεύγα. Γύρνα να καλοπιάσεις την μαμά σου.

Ήθελα να σου πω οτι ανατρίχιαζα, όταν με δάγκωνες με δύναμη στην πλάτη. Και στο σημαδι που άφηνες δεν φύτρωναν, ούτε φτερά μα ούτε και αγκάθι.

Διέλαθες κι απόψε του έρωτος, η διάνοια δίχως αλκοόλ ξυρίζει κόντρα.

Αρνιέσαι όσα σώματα σε διέγειραν. Διαλέγεις μόνο όσα εσύ ερεθίζεις. Θαρρείς πως θησαυρίζοντας την καύλα τους, απ' το Θησέα θα σώσεις τον αδερφό σου.

Μινώταυρος, ναι αυτός ήταν. Θέε μου άργησα, άναψε ένα κερί να σε προλάβω. Ασκήσεις ύφους, ασκήσεις σαφούς κι αράγιστης φωνής.

Ξέρω και πάλι σε ξένες πλάτες στηρίζομαι. Κάποιος είναι εκεί έξω και με νοιάζεται, κι εγώ ζητώ να με νοιαστούν τα αστέρια.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

κατευναζοντας τις ερινυες

Το κάλεσμά μου έπιασε τόπο.

Έλειψα μέρες απο την γειτονιά και γυρνάω με λάφυρα τα όνειρα ανέφελου ύπνου, γλυκά νανουρίσματα για το ρήγμα που ανοίγω. Χωρίς κανέναν κόπο ξαποσταίνω στις αγκαλιές που ποτέ δεν με βασάνισαν. Σαν καπνιστής που έκοψε το κάπνισμα κι απολαμβάνει το ανέβασμα μιας σκάλας χωρίς να λαχανιάζει, ενώ ξέρει ότι πάλι θα ζητήσει τσιγάρο.... ίσως όμως και να αντέξει.
Δυο ώρες την είχα σε απόσταση αναπνοής. Σε κοιτώ με κοιτάς, σε θέλω με θέλεις. Κι έπειτα φεύγουμε απλά. Χωρίς τίποτα άλλο. Είπαμε οχι και είναι όχι.

Άντρες: Επιστροφή εκεί όπου το σώμα μου εγκαταλείπεται απαλά στο καθρέφτισμα του αντρικού πόθου.
Σε επιθυμώ, δεν λιώνω για σένα. Τρώω με μεγάλες μπουκιές τις στιγμές σου. Ταξιδεύω μακριά όσο εσύ με χαιδεύεις, δεν σου προδίδω όσα με καίνε. Δεν θα σου γράψω τραγουδια, δεν θα σου πω ψιθύρους.
Αλλά θα με έχεις ολόκληρη και ακέραιη, δεν θα με χωρίσει από σένα ο πόθος. Κρατάω τα γκέμια. Μιλάς απλοικά. Μου αρέσει η σκηνοθεσία, είναι όλη στα χέρια μου.

Ένα μόνο θα πω για την ελευθερία: Βρίσκομαι σε καφέ και φιλιέμαι μαζί του. Και είναι σαν να βγήκα απο φυλακή που ήμουν δυο χρόνια να μην μπορώ να φιληθώ με καμία από τις αγαπημένες μου στην μέση του δρόμου. Και είναι πιο σημαντική ετουτη η ελευθερία να φιλιέσαι στο δρόμο που θα κρατήσω θαμμένη την παράνομη επιθυμία από το να την έχω διαρκώς να μου σφίγγει τον λαιμό. Όσο αντέξω και πάλι......

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

Maria Electra.

Βγηκα στο ξεφωτο μόνη και σε καλώ. Είπα πως δεν θα ξανάρθω αλλά όπως πάντα ήταν ψέμα. Βγήκα και πάλι για την κατα μόνας δοκιμασία. Δεν μπορώ να μιλήσω πολύ γιατί έχω κόμπους στο λαιμό. Είσαι η μόνη που φωνάζω απόψε.΄ΕΛΑ.

ΘΕΛΩ ΕΝΑΝ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΟΥ ΒΛΕΜΜΑ.

Δεν. Μην.
Δεντρα Μήνες

Καλύτερα απόψε να τολμούσα λίγο αίμα παρά να μαζέυεται τέτοιο δηλητήριο στην ψυχή μου.

Ακουγεται μόνο ένα τραγούδι. a ribbon Devendra Banhart. Ίσαμε με 20 φορές.

στειλε ενα αερακι. στείλε ενα μηνυμα, ξέρω ότι έχεις περάσει από δω....

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Συνομολογημένη απόρριψη

πέντε μικρές στεναχώριες κουρνιάσανε
πίσω από το αυτάκι της και λίγο κάτω απο το λαιμό
τιτιβίζανε κουνώντας το κίτρινο κορμάκι τους
και τρώγανε με αργά ραμφίσματα από το δέρμα το λευκό.

πόσο αποφασισμένο το άπειρο!
πίστεψε ότι θα σε πάρει στην αγκαλιά του.
μα εσύ ξεκλέβεις τις πιο μικρές στιγμές, κουκκίδες του χάρτη
και κρύβεις την εικόνα σου από τον ορίζοντα

καθορίζεις για άλλη μια φορά
ποιες λέξεις θα γραφτούν ερήμην σου.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Για οσους δεν εγραψα μια λεξη

Για οσους δεν γραφτηκε αυτη η λεξη, ειναι γιατι ολα ειχαν ειπωθει. Γιατι καμια πληγη δεν μου αφησε το περασμα τους. Κι είναι η σιωπή μου προς τιμήν τους.

Μέρες τώρα η Χλόη αφουγκράζεται την σιωπή. Αποδέχεται. Σιωπηλά μια δήλωση μετανοίας, ξαναπαίρνει πίσω το σώμα της που είχε παρατήσει στην φωτεινή βιτρίνα του μάταιου.
Ίσως και να μην ξανάρθω εδώ.
Δώσε μου έναν λόγο να γράψω ακόμη. Δεν είμαι πια απελπισμένη. Όσο περισσότερο αποφασίζω το πεπρωμενο τόσο καλύτερα διαχειρίζομαι την απελπισία. Την φιμώνω και της κλεινω τα μάτια. Την κρατάω δεμένη και χαιδεύω τα αγκάθια της μέχρι να μου παραδοθεί γλυκά σαν σώμα ερωμένης.

Κι όσο ξεμακραίνω, αναρωτιέμαι μόνο ένα πράγμα: γιατί ονομάζω έρωτα το να φορτώσω την μοναξιά μου σε κάποιον άλλον. Αρνούμαι το παιχνίδι αυτό. Το αρνούμαι γιατί πρώτη φορά παραδέχτηκα ποιοι είναι οι σκληροί του κανόνες.

Χωρίς εικόνες, χωρίς ξεστρατίσματα, χωρίς κανέναν για φύλακα άγγελο, χωρίς να ξέρω αν θα ξανάρθω εδώ, χωρίς καπνό μέσα στα μάτια. Καλημέρες. Και αντίο.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Χλοη


Κοιμήθηκε και ξύπνησε με την ίδια σκέψη: Τι αξία θα είχε αυτή η μία νύχτα του έρωτα άν δεν την είχε κρατήσει τόσες μέρες μετά στην σκέψη της ανέπαφη, αν δεν την είχε νανουρίσει σαν μωρό μέχρι να την αποκοιμήσει γλυκά, αν δεν την είχε πενθήσει σαν νεκρό μέχρι να στερέψει το κλάμα. Καμία μάλλον. Είναι η προηγούμενη μοναξιά που σε κάνει να δίνεσαι και ανεβάζει την ψυχή στο στόμα όταν φιλιέσαι. Κι είναι η υπόσχεση να ασκητέψεις στην μνήμη της που έλκει το σώμα της και καταδέχεται να σου χαριστεί. Έτσι η μεθυσμένη Σαλώμη μου δόθηκε και ακόμα αποκοιμίζω τις μνήμες της. Το βράδυ που με αποτελείωσε πήγα να συναντήσω την Αναστασία.


Ο γόρδιος δεσμός της Αναστασίας. Το σπαθί βρισκόταν στα χέρια από μέρες μα δεν το χρησιμοποιούσε. Αργά σε ένα ακαλαίσθητα μινιμαλ μαγαζί, που δεν θύμιζε πια εκείνο που είχε ερωτευτεί, έλυσε την κατάρα της επιθυμίας της. "Δεν σε θέλω πια". Κι έτσι απαλλάσσεσαι από την υποχρέωση να βιώσεις το ανέφικτο του έρωτα όπως το ζησα εγώ κι εσύ απαξίωσες να μου δώσεις μια αγκαλιά για αυτό. Φεύγεις Αναστασία. Γυρνάς εκεί από όπου ήρθες, ελεύθερη από την επιθυμία μου που σε βασανίζει δυο χρόνια γιατί δεν έχεις την δύναμη να την αντέξεις.

Και δεν είναι πως δεν σε αγάπησα, πως σβήνονται όσα σου πα, κι όσα μας έκαναν να τρέμουμε από την ρίζα της κραυγής. Γιατί αυτά υπήρχαν πριν σε γνωρίσω. Πριν σε δω σε αγαπούσα και το ξέρεις,
γιατί οι μορφές των αγαπημένων φυτρώνουν στον κήπο της ψυχής μας με την γέννηση και εμείς μονάχα περιδιαβαίνουμε στον κήπο στα επόμενα χρόνια.


Έτσι κλείνω στο σπίτι τον έρωτά μου και πετάω το κλειδί στο πηγάδι. Μόνο εσύ μπορείς να βρεις το κλειδί μα δεν θα το κάνεις. Γιατί και συ θες ελεύθερη να τριγυρνάς στον κόσμο.


Της μένει μόνο το όνομα: Χλόη. Η Χλόη την Κυριακή πίνει καφέδες, γράφει στον κόσμο γράμματα και σκαλίζει προσεκτικά μια γαβέθα με γαρυφαλλιές. Άσπρες και ροζ. Εκεί μέσα μπορεί να βρεί την επόμενη αγάπη, εκεί μέσα μπορεί να μην βρει τίποτα. Το καραβάκι ξεκινά με ούριο άνεμο, τώρα θέλει να βρει έναν άνθρωπο που να ξέρει τις πρωινές αγκαλιές.


Της εξοχής τα πρωινά θα τα βρούμε ξανά αγκαλιά στο κρεββάτι.


Μα πρώτα θα μείνει άγαλμα να τιμήσει ασάλευτη τον χρόνο που μοιράστηκε.







Μια φορά κι έναν καιρό

...Ήταν ένα μικρό κορίτσι, ήταν ένα μικρό κορίτσι

που ήταν αταξίδευτο.



ήταν ξανθό και όταν η μάνα του του έκοβε κοντά τα μαλλιά αρχές καλοκαιριών, γύρναγε στο σπίτι του με κλάμματα γιατι πάλι το ρώτησαν άν είναι κορίτσι ή αγόρι.



Τα νήμματα του χρόνου μας από τότε δένονται μικρέ μου Μόγλη. Κρύβεσαι πίσω από ρούχα θηλυκά και παραδίνεσαι σε άντρες κι αλκοολ. Και μέσα από αυτές τις φυλακές κοιτάζεις τον γκρεμό του φιλιού μας, ακουμπάς το αυτί σου στο χείλος του για να αφουγκραστείς την πτώση. Ρίχνεις το ένα σου σκουλαρίκι κι ακούς πόση ώρα κάνει να φτάσει κάτω. Με κοιτάς με νόημα: "εγώ δεν θα πέσω εδώ μέσα". Κι όμως ο γκρεμός σε έλκει. Αλλά δεν θέλω να δω την πτώση σου και μαζεύω τον ωραίο μου γκρεμό και πάω παραπέρα. Εκεί όπου τα πάντα θα μεταμορφωθούν σε ανοιξιάτικο λιβάδι.

Παίζω τις μουσικές, συναντώ παλιές αγάπες με την απόλυτη ψυχρότητα που δεν πίστευα πως θα έχω. Και είναι χάλια στα αλήθεια αυτή η αδιαφορία. Πως νιώθουμε παράφορα, πως ζούμε έτσι αδιάφορα.

Ολα ειπωμένα πριν από μας για μας. Μικρά παραχαιδεμένα παιδιά.

Δεν έμεινε στον πάτο ούτε μια αλήθεια για αυτή την γενιά.

Ξέρω θα μου πείτε να βγω έξω στην πορεία για το Πολυτεχνείο να δω αν υπάρχει αλήθεια η όχι. Θα βγω λοιπόν και θα οσμιστώ τον άνεμο, και πέστε μου πως μπορείς να μιλάς μια γενιά ολόκληρη και να τα βάζεις όλα σε ένα τσουβάλι. Ε, δεν μπορείς όσο κι αν σε κατατρύχει αυτή η αίσθηση και θες να την γράψεις.

Και πέστε ακόμη πως να μιλήσεις για μια γενιά και να 'ναι η γνώμη σου ανεπηρέαστη από το αν είσαι ερωτευμένος ή όχι. Για ό,τι και να μιλήσεις - και για το πως βράζεις μακαρόνια - στην χροιά της φωνής σου ακούγεται πως δίνεσαι και πως δίνεις, τι ποθείς και πόσο παραδίνεσαι στον πόθο, πόσο ριζώνει στην ηδονή σου ο πόνος και πόσο τον αποστρέφεσαι. Εάν υποκύπτεις στην επιθυμία για ανθρώπους που ποτέ δεν θα στέρξουν να σε θυμηθούν και εάν διαλέγεις τον έρωτα μόνο όσων στον ανταποδίδουν. Όλα ακούγονται κι όλα καθρεπτίζονται στην γνώμη σου και την φωνή σου.
Ακόμη και το αν μετεωρίζεσαι στο κενό προσπαθώντας να απαρνηθείς την ματαιότητα των επιθυμιών σου.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Nεαα τραγουδιαααα ... φρεσκο πραμααα,

Χτες περπατησα στους δρομους για ωρες...γυρισα σπιτι με τα ποδια.


Αργα, ξοδευοντας οσα δεν μπορουσα να δωσω. Σήμερα ταξιδευω σε στιχακια και οσο σκαβω λαγουμια στην μοναξια μου, τοσο χανω απο τα ματια μου τις γεφυρες που θα με περασουν απεναντι: ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ.


Όσοι ξυπνούν χαράματα από τον καημό τους
Και όσοι ξαγρυπνήσανε στην άδεια αγκαλιά
Όσοι φιλιούνται την αυγή μόνο με το είδωλό τους
Κι όσοι ορκίστηκαν πως αγαπούν την ερημιά
Όλους τους μάζεψε η Ηώ να δουν το νυφικό της

Έλα Ηώ με νυφικό να μας παρηγορήσεις

Να μαζευτούμε οι μοναχοί, τα ματιά εσύ να κλείσεις

Να δούμε πέρα αν φαίνεται στη θάλασσα καράβι

Αν έρχεται μια αγκαλιά, αν έρχεται ένα χάδι

Στα χέρια να την πάρουνε σαν θα ρθει ο καλός της
Να μην συρθεί το πέπλο της απάνω στα σκαλιά
Γυμνή ήταν και την ντύσανε με το παράπονό της
Πως πάντα ερωτεύεται του άπιαστου τα φτερά
Κι ήταν το πέπλο της βαρύ από τον καημό της

Έλα Ηώ με νυφικό να μας παρηγορήσεις

Να μαζευτούμε οι μοναχοί, τα ματιά εσύ να κλείσεις

Να δούμε πέρα αν φαίνεται στη θάλασσα καράβι

Αν έρχεται μια αγκαλιά, αν έρχεται ένα χάδι

Όσοι στα χέρια έχουνε γραμμές πικρής αγάπης
Και όσοι ζουν με μηνύματα που δεν ήρθαν ποτέ
Όσοι θελήσαν το απαλό το άγγιγμα της στάχτης
Κάνανε όλοι μια ευχή να ιδούνε των αοράτων
Αγγέλων το φτερούγισμα στον πρωινό καφέ

Έλα Ηώ με νυφικό να μας παρηγορήσεις

Να μαζευτούμε οι μοναχοί, τα ματιά εσύ να κλείσεις

Να δούμε πέρα αν φαίνεται στη θάλασσα καράβι

Αν έρχεται μια αγκαλιά, αν έρχεται ένα χάδι

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

θυσια στο ματαιο

Ξεκινησε κι αποψε η τελετουργια του ντυσιματος. Καθαρο το σωμα, σε κάθε ρούχο που φοράω κρύβεται η επιθυμία να με χαιδέψει κάποιος. Το αγαπημένο πρόσωπο λείπει και μαυρίζει σιγά σιγά το τοπίο. Είμαι αδύναμη και με απελπίζει το οτι κανεις δεν θα με κρατησει στα χερια του αυτο το βραδυ. Σε κανεναν δεν εχω να δωσω τιποτα. Θελω να ειμαι ομορφη. Αλλα για ποιον. Ασκοπα περπατηματα στους δρομους της Αθηνας. Θα μου πουν οι φιλοι αποψε τι ομορφη που ειμαι. Γιατι η μοναξια φεγγει απανω μου προσπαθωντας να μαζεψει οποιον γυρισει το βλεμμα προς το φως. Φεγγει απελπισμενα, αδηφαγα, θελει να φαει το επομενο θυμα αλλιώς θα την πληρώσω εγώ. Τα παραμύθια με τον δρακοντα που κάθε χρόνο του φέρναν θυσία μια κοπέλα. Οι παραλληλισμοί αρχιζουν να τεμνονται στο ζαλισμενο κεφαλι.
Γιατι ντυνομαστε ομορφα... γιατι θα βαλω αποψε μακιγιαζ; η μηπως να παραιτηθω;
Οταν ξερω πως ματαια θα βγω στην βιτρινα ελπιζοντας να με αγορασει καποιος αποψε, μηπως και φορεθω απανω του σαν ρουχο καθαρο, χανω το κεφι μου για ολα.
Ολη αυτη η απελπισια γιατι μου λειπει. Να την δω, να ξεδιψασω κι ας μην την αγγιξω, κι ας μην με χαρει κανεις ουτε αποψε.


Ζωη που δεν μοιραζεται ειναι ζωη κλεμμενη.

Στολιστηκα, και βγαίνω να ξοδεψω την εικονα μου στους δρομους.

Όσα κάθε μέρα θάβω για να μην σε βαρύνει η επιθυμία μου


Χτες πάλι βρεθήκαμε. Ήπιαμε μαζί κρασί, καπνίσαμε, κοιταχτήκαμε, εξομολογηθηκαμε και είμαστε πάλι στο κενό.

Εγώ να σε κρατάω κάτω από τα βλέφαρα, κάθε που κλείνω τα μάτια μου σε βλέπω και σε θέλω. Εσύ πήρες την αγκαλιά που ήθελες και δεν θέλεις τίποτα άλλο.

Πόσο θα θάψω την επιθυμία μου;

Σ' αγαπάω. Απλά. Τό παμε κι αυτό. Μάταια. Με παραλύεις, δεν ξέρω τι να κάνω. Θέλω να αφεθώ στα χέρια σου, να αποφασίσεις εσύ για μένα. Για αυτό και δεν σου εκφράζω τις επιθυμίες μου αλλά προσπαθώ να ικανοποιήσω τις δικές σου. Αλλά είσαι ένα κουβαράκι μπερδεμένο.

Κουβάρι, κουβαράκι τι θέλεις να γενείς;

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Σαλώμη που ημέρεψε

Σήμερα επιστρέφω στο σύνορο.

Μια κουβέντα μόνο, μια αγκαλιά κι ο έρωτας είναι ένα μικρο παιδί με χτυπημένα γόνατα, τον παίρνουμε στα χέρια μας, καθαρίζουμε την μικρή πληγή και... με τρόπο, όπως παίρνεις το παιχνίδι από τα μωρά, τον αφοπλίζουμε.
Με το βλέμμα που μου λέει "ξέρω πως είναι να σου τρώει τα σωθικά η επιθυμία" με κοιτάς και με ξεπλένεις από την μοναξιά.
Με ένα "το ξέρω" κατάφερες να μην παίξουμε το παιχνίδι του γιάντες, να μην χάσει και να μην νικήσει καμία, να μην υποταχθεί και να μην εξουσιάσει καμία μας, αλλά να σταθούμε στο ίδιο σκαλί και να αγναντεύουμε τον κόσμο.

Δεν θα σε ξαναγγίξω.... γνωρίζεις τον δρόμο του πόθου τόσο καλά, που φτάνουμε εκεί πριν ξεκινήσουμε και είμαστε ήδη στην γλυκειά στιγμή του μετά.

Γνωρίζεις πως τα σώματά μας δεν θα βρούνε ποτέ την πλήρωση. Για να καλύψω αυτό το κενό μεγενθύνω την επιθυμία μου: σε θέλω κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

Πνίγομαι, λυγίζω από το βάρος.

Μα δεν με αφήνεις μόνη στα βαθιά νερά. Με αγκαλιάζεις, ξέρεις πως είναι, έχεις περάσει τις συμπληγάδες μου, είμαστε κι οι δυο από την άλλη πλευρά. Για κανένα λόγο δεν θα γυρίσουμε πίσω από το στενό πέρασμα, παρά μόνο πετώντας.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

μικρο ξενυχτι

όταν είσαι ερωτευμενος ξεφτιλίζεσαι λιγάκι... οπότε να και το τραγουδι μου, το αφήνω να πλεύσει εδώ μέσα, η να σταθεί με το ολοκαίνουργιο, αν και λιγάκι αστείο σκαρί του σε έναν βυθό που στέρεψε και γείραν όλα τα καίκια στην μια πάντα.

δεν βαριέσαι κι αν είναι βλακεία. δικό μου είναι ....

Για όλες τις αγάπες που με πλήγωσαν
Πάντα μια νοσταλγία έχω αμανάτι
Για σένα που το χάδι σου με γιάτρεψε
Δεν έχω κρατημένο ούτε ένα δάκρυ

Για σένα που ήρθες κι όλα ξεδιψάσανε
Και ημέρεψε ο κήπος της ψυχής μου
Όλες οι καταιγίδες μου σωπάσανε
Κι ας ήξερα πως δεν θα περιμένεις

Για σένα που μου γέλασες και δόθηκες
Όπως δίνονται μόνο οι αγγέλοι
Για μια φορά χωρίς να έχει αύριο
Όλα σε μια βραδιά χωράνε εν τέλει

Έλα να λύσεις τα σκοινιά που με κρατούσανε
Έλα να γίνεις στο λιμάνι μου δελφίνι
Έλα και αν δεν φωνάξεις δεν θα ακούσουνε
Οι φύλακες την ένταση που σβήνεις

Μάτια μου με λυγίζουνε τα χάδια σου
Ξέρω πως δεν θα ξαναρθείς κοντά μου
Μα είναι όσα μου έδωσες τόσο ακριβά
Που δεν μπορώ να σβήσω τη χαρά μου

Για σένα που μου γέλασες και δόθηκες
Όπως δίνονται μόνο οι αγγέλοι
Για μια φορά χωρίς να έχει αύριο
Χωρίς να γίνει η μνήμη σου κουρέλι

Πανσέληνο του Οκτώβρη σε συνάντησα
Κι ως το πρωί ήσουν φιλί στα χείλη
Διασχίσαμε τον κόσμο και δεν σ’ άφησα
Παρά όταν είχε ο ήλιος ανατείλει

Γυρνάς να μου μιλήσεις και γατζώνονται
Απάνω στην ψυχή μου χίλια αγκίστρια
Που να σταθώ να κρύψω όσα καρφώνονται
Να μην μπλεχτούμε σε δικά μας δίχτυα

Για σένα που μου γέλασες και δόθηκες
Όπως δίνονται μόνο οι αγγέλοι
Για μια φορά χωρίς να έχει αύριο
Χωρίς να γίνει η μνήμη σου κουρέλι.

Νυχιές Γατιού

Απόψε μόνο ο σωματικός πόνος ανακουφίζει. Μικρές εκδορές στο αριστερό χέρι. Βρέθηκε το μωβ ψαλιδάκι των νυχιών στο δρόμο μου. Γρήγορα το περνάω πάνω από το δέρμα. Και μαζί του φεύγουν τα νεύρα. Η πίκρα, η έλλειψη. Τα σημάδια θα φύγουν, το ξέρω. Η πίκρα που χω μέσα μου είναι που δεν θα φύγει όσο την αφήνω να μαζεύεται.
Μου λείπει το γέλιο της, το χαμόγελο. Η τρυφερότητα.
Όλοι όσο και να με νοιάζονται μου φαίνονται μακρινοί απόψε. Μόνο εσύ Σ. ίσως να πλησίαζες... αλλά που να είσαι;
Το αστεράκι σου μου μίλησε ώρα πολλή και κάπως μάζεψε τα άπλυτα της καρδιάς μου. Αλλά μόλις γύρισα σπίτι η μάνα περιμένει την κουβέντα μου. Εγώ σιωπώ. Είμαι ανεπαρκής εμφανώς. Βλέπει τηλεόραση. Μου δίνει στα νεύρα όσο τίποτα να ακούω όλα τα τελειωμένα σίριαλ των πενηντάρηδων της tv. Παίρνω την γλυκειά μου φωνή και ρωτάω: Βλέπεις τηλεόραση; Ναι μου απαντάει.
Και ξέρω πως δεν θα το αντέξω αλλιώς. Επιστρέφω απεγνωσμένη στο μπάνιο και αρπάζω για δεύτερη φορά το ψαλιδάκι. Μερικές ακόμη για να βγάλω τη βραδιά. Είναι τόσο απαλές. Πολυ μικρότερες από τις προπέρσινες. Τόσο ανώδυνες. Με συντροφεύουν. Σαν νυχιές γατιού.
Ξέρω πως δεν μπορώ να φορτώσω τον ερωτά μου σε εκείνη. Ένα όνομα. Πρέπει να της βρω ένα όνομα. Ξέρω πως δεν μπορώ να την πάρω τηλέφωνο. Και ξέρω πως δεν ευθύνεται εκείνη για την μοναξιά μου.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

pacta sunt servanta

Συμφωνήσαμε πως θα ταν μονο μια φορά.
Μου το υπόσχεσαι; ρώτησες.
κι εγώ αντέστρεψα την ερώτηση: Εσύ μου το υπόσχεσαι;
ΝΑΙ.


Έτσι δεν θα γείρω πάλι πάνω σου. Αρχισα ήδη να βάζω την τρυφερότητα στο ψυγείο. Με βίαιες κινήσεις.
Δεν ξέρω από ποια ταινία θυμάμαι μια μάνα Εσκιμώα να συμβουλεύει απάνθρωπα την κόρη της λιγο πριν η ίδια απομονωθεί εκούσια και γίνει τροφή για κάποια πολική αρκούδα: "Αν το πρώτο σου παιδί είναι αγόρι κράτα το στην αγκαλιά σου. Μα αν είναι κορίτσι σκάψε μια τρύπα στο χιόνι και βάλε το πριν προλάβεις να το αγαπήσεις."

Ένα μωρό είναι η τρυφερότητά μας, που θα πεθάνει στο χιόνι, γιατί τυχαίνει να μαστε κι οι δυο γυναίκες.
Διάλεξα τον δρόμο αυτό. Ήξερα πως η φύση σου είναι διττή, όπως και η δική μου άλλωστε.... Θα είσαι πάντα στα χέρια των αντρών η ομορφιά. Και πως θα μπόρούσε να είναι διαφορετικά.

Βλέπεις ένα πουλί στον ουρανό να πετάει κι έπειτα έρχεται και κάθεται στο χέρι σου και σου τραγουδάει. Ερωτεύεσαι το πέταγμά του μα όσο κι αν αγαπηθείτε, δεν θα ξαναζήσεις την στιγμή που η ελευθερία της πτήσης του το έφερε στην αγκαλιά σου. Το αφήνεις να φύγει και δεν θέλεις με κανένα τέχνασμα να το κρατήσεις παραπάνω κοντά σου.

Με ρωτάς αν είμαι καλά... Δεν θα σου παραδεχτώ ποτέ πόσο μου λείπεις.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Ρόδια στην αυλή μου



Έρχονται κάτι άγγελοι απο παλιά. Τότε που κάθε μέρα ήταν δίπλα σου κι εσύ απλά δεν έβλεπες τα φτερά τους. Και σαν να σε παρακολουθούσαν μυστικά όσον καιρό βουλιαζες σε ελώδεις λαβυρίνθους, σου φέρνουν τα καθαρά ρούχα που εκλιπαρούσες και σε ξεδιψάνε με νερό της μνήμης.



Κι όσο αποτεινόσουν στην λήθη για να γιατρέψει τις πληγές εκείνη σε κοιτάει στα μάτια και σου λέει: "απλά θυμίσου περισσότερα, θυμίσου πριν από όσα θες να ξεχάσεις, τι ήσουν και τι αγάπησες, θυμίσου ποια σώματα σε άγγιξαν, ποιοι σε ερωτεύτηκαν". Σκάψε πιο μέσα στις σπηλιές που στάζουν μνήμες. Ο βράχος σπάει μέσα στο νερό της λίμνης και στην σκοτεινή επιφάνεια ανέρχονται όλες οι εικόνες που αγάπησες πριν.



Άγγελος. Ξέρει να δίνεται. Γιάτρεψε τα πάντα. Τα ρόδια που παρακάλαγα, ήρθαν απο κει που δεν περίμενα.



Τώρα μόνο έχω μια αγωνία: Να ανοίξει το αλεξίπτωτο!!!!!!!

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Είναι η δεύτερη φορά που πάω να γράψω για αυτήν και κατορθώνω να πατήσω το μαγικό κουμπί του delete...
περίεργα πράγματα..... πάλι χάθηκε το κείμενο που σας είχα γράψει. Ο δαίμων του μπλογκ δεν με αφήνει να σας μιλήσω παραπάνω...

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007


Ένταση στα ακροδάχτυλα.
Το σώμα της γατζωμένο απάνω μου ως το πρωί να μην με αφήνει να φύγω, κάθε μου απόπειρα να σηκωθώ ήταν σαν να έβγαζα αγκίστρι από την καρδιά μου.

Πέρασε η επόμενη μέρα, έπειτα κι άλλες, ήρθε ένας αμήχανος καφές και μετά; τι;

Στην μνήμη της το σώμα μου ακόμη αντιδράει. Η σημερινή μέρα πέρασε χωρίς επικοινωνία. Και μετράω τα λεπτά.

Η μόνη παρηγοριά είναι η σελήνη. Γεμάτη, με τους κρατήρες της ανάγλυφους και σχεδόν ρευστούς εμφανίστηκε στον απογευματινό ουρανό σε μια στροφή του δρόμου.... συγκεκριμένα στην στροφή κάτω από το σπίτι της.


Δεν αντέχεται αυτό το μονοτονο "μου λείπεις". Κυλάει αργά και διαρκώς σαν σταγονίτσες στο μέτωπο που όλο και βαραίνουν, σαν προσευχή ασκητή που βρίσκει την μέθεξη στην επανάληψη.

Ειμαι όμορφη μου είπες. Και αυτό το κάνει ακόμα χειρότερο γιατί νιώθω πως δεν με χαίρεται κανείς ούτε απόψε.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

εγκωμιο

Στο τριαντάφυλλο που μου κοψε την ανάσα.
Στο αγκάλιασμα που γατζώθηκε πάνω μου ως το τέλος
και στην απρόσμενη πτώση μου ως το βυθό σου.

έλεγες να μην σε αγγίξω για να μείνουν τα αστέρια στην θέση τους
είχες δίκιο γιατί όταν με φίλησες πέσαν όλα πάνω μας και δεν έχει μείνει τίποτα να φωτίζει.

γράφω σαν έφηβη και ξύνω από πάνω μου την επιθυμία να σε ξαναδώ
κοίτα μόνο μπροστά, στην ματαιότητα της επομενης συνάντησης

δεν θα φορτώσω απάνω σου την επιθυμία μου
θα σε αφήσω ελεύθερη να βλέπω την εικόνα σου να πετάει στο γαλάζιο
κι ας είμαι καρφωμένη στη γη από το βάρος της.


είχαν γραφτεί πολλά για το σώμα που με όρισε πριν λίγες μέρες κι όλα σβηστηκαν καθώς η κούραση έκανε τα χέρια ανυπάκουα στο πληκτρολόγιο και τα διέγραψε όλα.

μένουν μόνο αυτα κι η έλλειψή της.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

3 ιστοριες που δεν πρόλαβα να ζήσω


Πυροτεχνήματα μιας άστοχης στέψης ή σκέψης.
Δεν επιλέγεις παρά μια τρυφερή φωνή να σε συντροφεύει. Μια παρήχηση να σε συνδέει με τον έξω κόσμο του οποίου χαζεύεις κάθε βράδυ τα άσκοπα πυροτεχνήματα.
Γράψε λοιπόν τις ματαιότητες του χρόνου σου. Είναι το επόμενο πεντάλεπτο αναγκεμένο και σε χρειάζεται. Μου λείπεις μα αν ακούσω την αδιάφορη φωνή σου θα μου λείψεις περισσότερο. Ποιος μας καταδίκασε στην συνήθη τρυφερότητα των πρώην.
Η διαδικτυακή μου επικοινωνία βρίσκεται στο μηδέν. Τα εμεσενια και τα τσατ με αφηνουν τόσο αδιάφορη τελευταια. Μπαίνω στο μπλογκ να δω αν κάποιος άφησε κανα ποστ.... Δεν άφησε. Κι αυτό ήταν, επιστρέφω στο λήθαργο.
Πως θα ζήσω;
Οι μέρες έχουν χρώματα. Έλεγε τότε με μισόκλειστα βλέφαρα ενώ εγώ ζύμωνα το γάτο της. Τα βρήκες τα χρώματα των ημερών κοντά της; Πες μου ναι. Γιατί αλλιώς είναι η έλλειψή σου τόσο μάταιη.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2007

Αρχίζοντας από το πουθενά



Πίσω από ένα πυκνό πέπλο κούρασμένης ομίχλης κρύβεται η πιο αληθινή στιγμή. Αύπνη έχω δώσει τα πιο παθιασμένα φιλιά. Εξαυλωμένη έχω αγαπήσει τα πιο γήινα σώματα. Και καπνισμένη οι πιο βαθιές ανάσες της ψυχής.


Η ανατροπή του χρόνου, η πικρή μαστούρα της κόπωσης. Μια εξάρτηση. Η ιλιγγιώδης πορεία προς την στιγμή που δεν αντέχεις άλλο. Έχεις δώσει απίστευτα φιλιά στο πεδίο του φανταστικού, ενώ το σώμα σου παραμένει εγκλωβισμένο στο πλέον γραφειοκρατικό περιβάλλον.





Ξαφνικά ξεδίψασα χτες με Τσανακλίδου και Παναγιώτη. Ξύπνησαν παλιοί έρωτες που προσπαθώ να τιθασεύσω. Έσκαψα μέχρι να ξαναβρώ το γαλάζιο βλέμμα της. Την φανταζόμουν διαρκώς πλάι μου, με ποιον άλλον θα μπορούσα να ακούσω αυτή τη φωνή και να θέλω και πάλι την πτώση στην αγκαλιά της. Μίλησα μέχρι που ανοίχτηκαν οι ουρανοί της ουτοπίας. Θυμήθηκα την απόλυτη επιθυμία. Και αρνήθηκα να την κυνηγήσω για άλλη μια φορά.


Αφήνομαι για λίγο να πληγωθώ από την σκέψη ότι ίσως ήδη να έχει φιλήσει εκείνη που επιθυμεί και όχι εμένα. Αλλά είναι τόσο γρήγορη η επαναφορά. Η επιθυμία της ας γίνει. Δεν θα παλέψω τα απάλευτα. Γλυκά κι απαλά, από μακριά και χωρίς οδύνες, κρατάω την τρυφερότητα της μνήμης και τίποτα άλλο. Γεια σου Αναστασία μου.



Ναι είναι αλήθεια, πως στριφογυρνάμε πολλοί μπλόγκερς γύρω από τον εαυτό μας. Σε έναν υποκειμενισμό σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο. Σαν να μην έχουμε τίποτα να πούμε για τον δίπλα μας και το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι ο ναρκισσισμός της στρουθοκαμήλου που κρύβει το κεφάλι της σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες.


Σωστό. Μα όμως σε αυτό το δωμάτιο γεννιούνται εικόνες. Στα καταγώγια της σκέψης, στις κρυφές φλέβες των μετάλλων της ψυχής, δεν ψάχνουμε να βρούμε τίποτα άλλο από τα ψύγματα της ουσίας που μπορούν να μας ενώσουν διαυγώς με κάποιον άλλον στα απέραντα δίχτυα.


Ναι είναι αλήθεια επίσης πως ο καθένας θέλει να ακουστεί και πως δεν υπάρχει πια χώρος, πως η ελευθερία να γράφεις σε αυτόν τον αχανή κρατήρα του ιντερνετ, παύει να είναι ελευθερία γιατί είναι τόσες οι φωνές που δεν ακούγεται πια καμία (Μπωντριγιαρ). Κι όμως υπάρχουν μυστικοί δρόμοι θαρρώ που όλες αυτές οι φωνές ακούγονται, σαν μια μεγάλη χορωδία. Και το μόνο πρόβλημα είναι στην συλλογιστική που απαιτεί να ακούγεται του καθενός η φωνή ξεχωριστά και δεν αρκείται στο να ΄ναι ένα απλό μέλος της ορχήστρας που αυτοσχεδιάζει. Ξέρω το παρατράβηξα. Κι όμως οι συγγένειες στους μπλόγκερς δεν είναι λίγες.



Σε έψαξα αγαπητή μου Σ. που είσαι; σε ψάχνω ακόμη. Εξαιτίας σου ξεκίνησα να υπάρχω εδώ μέσα, δεν μπορεί τελευταία στιγμή να εξαφανίζεσαι!!!


Ξεκίνησα να γράφω για την έλλειψη του αγαπημένου σώματος, την πικρία της φράσης: "Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα".


Και συνεχίζω τα ταξίδια δελφινάκι στα δίχτυα, διαδέλφινο στο διαδίκτυο. Έλειψα μέρες, είναι που πάντα έρχονται οι άνθρωποι μες στην ζωή και την αλλάζουν σε ένα λεπτό μέσα, σου κλέβουν την ενέργεια, σου χαρίζουν μετά ευτυχία. Άλλοτε κοιτάς την οθόνη με απέχθεια, κι άλλοτε με φθόνο να μην της γράψεις πόση ευτυχία έζησες και ζηλέψει και στην πάρει.


Κι ο τελευταίος στίχος από εκείνο το τραγούδι που ποτέ δεν έγραψα για τις φωτιές.


Έλα κι ανά κι ανάψαν οι φωτιές κι οι οθόνες μας δακρύζουν.
Μάρτυρες γίναν, γίναν οι ελιές, την ύβρι μου εξαγνίζουν.
Έλα να δεις πως σβήνουν οι καρδιές την ώρα που αντικρύζουν
τα δάση όπου μεγάλωσαν ολόμαυρα να αχνίζουν.

Έλα κι ανάψαν οι φωτιές, την ληθη σου εξοργίζουν
Όσα να στέρξεις ξέχασες, στην μύτη σου καπνίζουν.
Έλα να δεις πως πάν στον ουρανό, απ΄το βωμό του γκρίζου
όσα άδικα θυσίασαν οι μυστες που μας βρίζουν.

Έλα κι ο Αύγουστος περνάει και δεν ξαναγυρνάει
Παίρνει μαζί του αχ τις αναπνοές και δεν τις ξενυχτάει
Άκλαυτα πάνε δροσερά παιδιά κλωνάρια που λυγάνε
Σαν σε παγώσει η συμφορά τα δάκρυα δεν κυλάνε.

Όσοι καήκαν, κάηκαν κι εσύ που ζεις σωπαίνεις
κι οι ασεβείς που μίλησαν την ώρα που κρινόσουν
έχουν το κρίμα στο λαιμό μα δεν θα το σηκώσουν.

Έλα κι ανά κι άνάψαν οι φωτιές, στα δύσκολα σε θέλω
να μ' αγκαλιάσεις δυο φορές, "γιάντες" κι όχι "το ξέρω"
να μου σταθείς σαν σώνεται ο αέρας που ανασαίνω
να μην παγώσεις, κι αρνηθείς, κι εγώ θα περιμένω.
ουπς.. τελικα βγήκαν κι οι υπόλοιποι, μόλις!

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

εκδικητικα ονειρα


Χτες όλο το πρωι εκλαιγα στον ύπνο μου. Η μοναξιά εκδικείται. Όνειρα γεμάτα παράπονα. Σήμερα όμως την ονειρεύτηκα να μου χαρίζεται και να γελάει, τόσο όμορφα όλα. Αγκάλιαζα την μέση της και τα μαλλιά της γέρνανε πάλι στον ώμο μου.


Έπειτα η πραγματικότητα: οι έρωτες είναι πολύ γελοίοι όταν περιγράφει μια φίλη πως ξυλοκοπήθηκε από αστυνομικούς άδικα, πως βρέθηκε χωρίς την θέλησή της σε ψυχιατρεία, πως υποχρεώθηκε να παίρνει χάπια που της παρέλυσαν σχεδόν τα άκρα. Πως πέρασαν δύο μήνες από την ζωή της "μέσα". Υπάρχει το μέσα και το έξω. Και είναι όρια πολύ σαφή.


Η αδικία δεν αντέχεται. Για αυτό και την ξεχνάμε. Τώρα το μόνο που θέλω είναι να νανουριστώ μέσα στο όνειρο που είδα το πρωί. Και με ξυπνάνε απότομα τα λόγια: "Δεν ξέρεις πως είναι να σε έχουν δεμένη μέσα σε ένα κρεββάτι" ή "να σε έχουν δεμένη με χειροπέδες".


Είναι τόσο τραγικά άδικα μερικά πράγματα που κανείς δεν αντέχει. Κι όλα αυτά έγιναν επειδή ήθελε ένα ποτήρι νερό. Και δεν μπορείς καν να επαναπαυθείς ότι σε κάτι έφταιξε, γιατί όταν βγήκε από όλον αυτό τον εφιάλτη (που εγώ αν τον είχα περάσει, θα μου είχε αφήσει μόνιμες πληγές) πέρασε ψυχολογικά τεστ που έδειξαν ότι είναι πολύ ισορροπημένη. ΉΤΑΝ ΟΛΟ ΑΔΙΚΟ.

Από που να ξεκινήσει κανείς;


Ξέρω είναι πολύ αποσπασματικά αλλά η ιστορία αυτή δεν μου ανήκει. Μου ανήκει μόνο η οργή.

Και τα μικρά όνειρα που με συντροφεύουν κάθε πρωί κι εξαιτίας τους αντέχω την ημέρα όσα κι αν ακούσω.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Ένα μικρό τρέμουλο

Γράμμα στην μπλογκόσφαιρα. Μακαρι να γραφα καλύτερα. Μακάρι να είχα απόψε εκείνη την άερινη αγκαλιά που δεν βαραίνει την σκέψη και να μην αναπολώ. Μακάρι να μην ήμουν τόσο κοινότοπη ερωτευμένη. Και μακάρι να είχα το χιούμορ να πω "Να βγάλουμε προγράμματα κατάρτισης για Θεούς με ειδικές ανάγκες". (κλεμμένη ατάκα φρέσκια)


Κέντα με λοιπόν. Μνήμη του πόθου. Ίσως τώρα να με έχεις βρει και να με διαβάζεις. Ίσως να τα κοιτάς αδιάφορα. Τόσοι άνθρωποι με αγάπησαν, δόθηκα, με απόλαυσαν και τους απόλαυσα. Μόνο εσένα δεν χόρτασα. Μόνο εσύ δεν μπόρεσες να με απολαύσεις, όσα και νά θελα να σου δώσω εξαυλώνονταν πριν σε αγγίξουν, τα άφησες να πέφτουν κάτω στα γκρεμά που μας χωρίζουν.

Δεν θα αρνηθώ ποτέ ότι σε αγάπησα. Χωρίς φόβο θα σταθώ κι άλλα χρόνια μακριά σου. Χρόνια, όχι μέρες, ούτε μήνες. Θα αγκαλιάσω άλλα σώματα αφού η μορφή σου είναι δεμένη σε τόσο άσχημα και ανασφαλή λόγια όσο αυτά που μου λες, αφού βρίσκεις όμορφη την δυστυχία σου και θες να μου τη χαρίσεις. Θα φιλήσω απαλά το δέρμα των αγαπημένων σωμάτων, θα γεμίσω τα χάδια με όσον έρωτα μου αρνήθηκες. Τυχεροί όσοι θα με γνωρίσουν από δω και πέρα. Γιατί θα γευτούν όσα δεν αξιώθηκες. Στην ουσία ούτε μια φορά, εκτός ίσως από την πρώτη αλλά κι εκεί έχω ενδοιασμούς..... ούτε μια δεν στάθηκες γερά στα πόδια σου, δεν κράτησες την στάμνα σου σταθερή να ξεδιψάσεις από τις πηγές μου. Κι ας ήσουν η μόνη που έφτασες ως εκεί. Από τύχη ίσως. Οι άνεμοι που σε στέλνουν όπου εκείνοι αποφασίσουν χωρίς να βρίσκουν την παραμικρή αντίσταση και σε κάνουν να τους πιστεύεις για επιθυμίες σου.

Δεν θέλω να σε ξεχάσω και δεν θα το κάνω. "Αυτό (όπως λέει και μια φίλη σου πανέμορφη που έκανε να σου μιλήσει δύο χρόνια) μόνο εγώ μπορώ να το κάνω. Εσύ δεν μπορείς".

Και έχω την δύναμη να σταθώ χρόνια μακριά σου γιατί είσαι μικρό παιδί. Παίζεις με το ζωάκι σου και κατά λάθος το πνίγεις. Δεν θα το επιτρέψω αυτό. Θα μείνω ζωντανή να αγαπώ την μορφή σου. Και αν εσύ θέλεις να ακολουθείς την ελικοειδή έλξη της πτώσης σου, μην αποταθείς σε μένα να σε σώσω γιατί σε θέλω δίπλα μου ελεύθερη να ξεχάσεις πια τις ελεημοσύνες. Το ξέρω δεν αποτείνεσαι. Σωστά.

Μόνο εσύ δεν με χάρηκες. Μόνο σε σένα οι τρυφερότητες πήγαν στράφι, ξεσκίστηκαν σαν μεταξωτό μαντήλι σε συρματόπλεγμα. Καλό δρόμο αγαπημένη μου.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Καλωσορισμα των χρυσανθεμων




Τέτοια εποχή στον κήπο της Πάτμου ανθίζουν τα χρυσάνθεμα. Κοιτάζω έξω την θάλασσα των πολυκατοικιών και σκέφτομαι πόσο θα αντέξει ακόμα ο κόσμος σε αυτήν την πόλη. Πνιγόμαστε. Δεν έχει οξυγόνο.


Κι όμως μένουμε εδώ, δέσμιοι των βρώμικων δρόμων που ζήσαμε τους έρωτές μας. Που κλείσανε τον κύκλο τους οι έρωτές μας και μας έδεσαν μέσα. Πλέον οι πληρωμές με το ίδιο νόμισμα γίνονται με ταχύτητα adsl σύνδεσης. Όπως με βάσανισε να την ποθώ και να μην ανταποδίδει, έτσι βασανίζω κι εγώ μια άλλη. Όπως αρνήθηκε την επικοινωνία όταν της είπα ανοιχτά τον έρωτά μου, έτσι απομακρύνθηκα κι εγώ από εκείνη που με αγάπησε πιο πολύ. Το γαιτανάκι του έρωτα δεν λυπάται κανέναν και κανέναν δεν αφήνει απέξω. Όσο βασάνισα με το χαμόγελό μου έναν άντρα, το πλήρωσα όταν ερωτεύτηκα γυναίκα. Στο μουσείο της Περγάμου της έδειξα το άγαλμα που εξαιτίας του την ήθελα. Τίποτα δεν κατάλαβε. Και καλύτερα.

Τα χρυσάνθεμα, λευκά κίτρινα και με αποχρώσεις πορτοκαλί σαν δύση ήλιου τα χάζευα όλο το φθινόπωρο της εφηβείας μου. Τώρα ίσως μου φέρει η μάνα, όταν έρθει. Την κοιτάζω πάντα με το ύφος "μα καλά εισαι τρελή, κουβαλάς λουλούδια 10 ώρες ταξίδι με το πλοίο;" κι όμως έχει τόσο δίκιο.


Θέλω να πάω το χαμογελο του αγάλματος στην Πάτμο. Αλλά έχει ήδη μπει σε άλλες ατραπούς και δεν ξέρω πότε θα την ξαναδώ. Εγώ την αρνήθηκα τρίτη φορα, ο πετεινος λάλησε και ήδη ξημερώνει. Πρέπει λοιπόν να περιμένω την επόμενη νύχτα.


Μέχρι τότε, θα μείνουν αδιάβαστα όσα σου γραφα στην Ρόδο. Θα βουλιάξεις λίγο ακόμα στο ναυάγιο της παραλίας μου, εκεί έξω απ' του Λυγκίνου βρίσκεσαι. Καλό βυθό. Ξέρω θα πας πρώτη φορά μαζί της στο νησί μου. Κι εγώ την μακριά νύχτα θα την περάσω στις πιο τρυφερές αγκαλιές.

Για έναν ακόμη χειμώνα, κάποια άλλη θα απολαύσει την τρυφερότητα που δεν είσαι ικανή να πάρεις.

Βλέπω στον ύπνο μου ότι σπάω έπιπλα στο σπίτι της Πάτμου απο τα νεύρα μου. Και να σκεφτείς ότι σε απέρριψα τελειωτικά για μια σπασμένη βιβλιοθήκη και κάτι άλλα ψιλα!

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

Το Σαββατο




Καλησπερες στον καλο τον κοσμο. Δηλαδή την Σοφία κι εμένα, άντε και τον Νικόλα που ίσως περνάει κάποτε απο δω και ρίχνει ενα στιχάκι.


Να και η πρωτη φωτο. Απο Καρπαθο, στην αγκαλια του ουρανου.


Σήμερα είναι μέρα για γέλιο. Πολύ το κούρασα το θέμα με την θλίψη.


Καθόμασταν στο θησείο η γνωστή παρέα, το τρίο της ενασχόλησης με τους/τις πρωην. Ο Ελιοτ, η Εμμα κι εγω! Αφου εχουμε χαλβαδιασει εγω με τον Ελιοτ τους γκομενους της απεναντι παρεας και η Εμμα το μοναδικο δεντρο που ηταν απεναντι της, το μαγαζι αποφασιζει να κερασει κεικ σοκολατας, κομμενο σε μικρες μπουκιτσες με οδοντογλυφιδες σαν μεζες για ουζο. Μμμ, πέφτουμε πάνω τους και οι τρεις αποζητώντας τουλαχιστον την ηδονή της σοκολάτας στον ουρανίσκο. Και πριν η ζεστή σοκολάτα αγγίξει την γλώσσα του ο Ελιοτ μίλησε: "Να κάτι που μπορείς να βάλεις στο στόμα σου χωρίς να φοβάσαι τις δεσμεύσεις".



Τα βράδια πριν κοιμηθώ κοιτάω το κηροπήγιο με τα καθρεφτόδεντρα που μου πήρε. Μέσα στα μαύρα συρμάτινα κλαδάκια του πιάνονται τα όνειρά μου και δεν μου ξεφεύγουν πια.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Μην προσπαθεις να πιαστεις απο πουθενα. Απολαυσε την πτωση.

Με τα ούζα να κρέμονται από το κεφάλι μου σαν καμπανάκια και εναν γλυκο θορυβο απο φλιντζάνια καφέ που επιθυμώ να με ξεμεθύσουν. Ποιος διάλεξε τις απανωτές εκλάμψεις της πτώσης μου να τις βαρύνει με το απλανές βλέμμα του τρελλού; Έχεις ξεφύγει από τον πάνω βούρκο και είσαι στον κάτω. Με κάτι τυφλά χέλια που σέρνουν το νωθρό τους σώμα γύρω απο το δικό σου.
Πέφτω χαμηλά, κάτω από τα πέλματά της λήθης. Ξεχνάω ποιους αγάπησα. Σβήνω την μορφή της. Και μαζί με αυτή την μνήμη θάβομαι ολόκληρη. Δεν μπορώ να βρω ξεκούραση, χρόνια τώρα. Δεν βρισκω τη σωστή αγκαλιά.
Ύβρις η χτεσινή να πω ότι είμαι ευτυχισμένη μόνη. Την πληρωσα σήμερα με ολική κατεδάφιση.




Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2007

εκπνοη Σεπτεμβριου

Κοντοστέκομαι στην κάθε στιγμή του Σεπτεμβρίου, αναπνέω τις μεγάλες του μέρες πριν τις μικρύνει ο
Οκτώβρης.
Χαζεύω τα σύννεφα που μου δείχνει η Άννα μέσα από τα θραύσματα ουρανού των Εξαρχείων.
Χορεύω σε ξέφρενους ρυθμούς κάθε πρωί. Ποτέ πριν τόσο ελεύθερη. Όλα τα πάθη πείστηκαν να κομματιαστούν στο πάτωμα, χορεύω γυμνή πάνω τους, πατώ με γυμνά πόδια τους σπασμένους καθρέπτες και δεν μένει ουτε μια γρατζουνιά στο πέλμα.

Φεγγαράκι φεύγω τώρα να πλαγιάσω είναι ώρα. Έτσι μου λεγε η "γλυκειά μου" (όπως λέμε τις προγιαγιάδες στην Πάτμο).
Τι να γράψω για το πάθος; καταλάγιασαν όλες οι καταιγίδες. Τέτοια πληρότητα που ίσως να μην έχω τίποτα πια να γράψω. Για απόψε. Κούραση ευτυχισμένη, οργή τιθασευμένη που εκτελεί τέλεια το νούμερο της στο τσίρκο μου.

Καληνύχτα σας.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Χρονια Πολλά Αουρελια, Μοάνα, κι ολα τα ονοματα που ακομα δεν εχεις ανακαλυψει!!!

Χρονια σου Πολλά κι ευτυχισμένα!!

Απλές ευχές και μεγάλα χαμόγελα. Για τα γενέθλιά σου για τα χρόνια που έφυγαν και που έρχονται, 24 κεράκια που περιμένουν την ανάσα σου για δαμάσουν τον χρόνο. Η γιορτή των γενεθλίων είναι μια μικρή προσπάθεια να σταθείς έξω από τον χρόνο, ξεκρέμαστη να δεις την ροή του απ' έξω, να τον παγώσεις, να ακούσεις τι ήχο έχουν τα νερά του ποταμού του όταν λιώνουν. Και να βουτήξεις πάλι, αποδεχόμενη ΄το κάθε κύμα, να σε κυλήσει η φορά του χρόνου απαλά προς την καρδιά σου. Όσο λιγότερο του αντισταθείς τόσο θα επιπλεύσεις, θα σου χαριστεί.

Χρόνια πολλά στην μόνη ως τώρα συνοδοιπόρο μου στα διχτυα των καλωδίων και των πλήκτρων.

Τα διαβασματα κι οι μουσικές σου φτάνουν ως εδω στιγμές που η ψυχή μου βασιλεύει και της δίνουν ζωή.

Είδες απόψε το φεγγάρι; Τεράστιο, διάφανο, λικνίστηκε στον ανοιχτόχρωμο ουρανό στο τελευταιο φως της μέρας.

Θα με κεράσεις λιγη από την νουβέλα σου κάποτε;

Καλή αντάμωση!!!

Μ.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Η φτώχεια

Όταν χρεωκοπείς τα λόγια περιττεύουν. Παρόλαυτά έρχονται στα χείλη σαν προσευχή. Οι συνειρμοί των ονείρων μας μένουν για πάντα αναληθείς όσο θα ασπαζόμαστε την άγνοια.
Άδειο σπίτι που δεν δάμασε ο χορός μου. Τώρα θα βάλω μουσικές και θα απλώσω τις κινήσεις στον μικρό μου παιδότοπο. Βαφτίζεται ο χρόνος στην καρδιά μας. Η αναμονή φιλάει τρυφερά και για πολλή ώρα την απελπισία και την εγκατάλειψη.
Δεν θα μπορούσα να μιλήσω πιο συγκεκριμένα γιατί ντρέπομαι. Να πω ότι με ξέχασε για άλλη μια φορά.
Πάντως το κορμί ανταποκρίνεται στο φθινόπωρο. Απαλά αναριγεί στο κρύο, προσπαθεί να θυμηθεί κάτι από καλοκαίρι μάταια. Καλά πάμε.
Η μόνη λέξη που επαναλαμβάνω εδώ και καιρό, η μόνη λέξη που επαναλαμβάνω από τότε που χώρισα μια μακρόχρονη σχέση είναι: 'θ' αντέξω". Και άντεξα, και αντέχω. Αλλά αυτό είναι το νόημα;
Κρεμιέμαι από τα κλαδιά της ανυπομονησίας για ανθρώπους που εμφανώς δεν θα μου φέρουν ζεστασιά αλλά θα μεγενθύνουν την έλλειψη.
Είναι καιρός τώρα.

Θα πρεπε να μην λέγεται λέξη για όλα αυτά κι όμως τα επαναλαμβάνω. Η μονότονη προσευχή του ασκητή. Δεν έχει πια σημασία. Η Κυριακή 23 Σεπτέμβρη. Δεν την θέλω αυτή την ημέρα. Με πικραίνει η μοναξιά. Κι όσα δεν τόλμησα στα νιάτα, εκδικούνται. Ούτε εγώ υπήρξα άμυαλη έφηβη.

Η φτώχεια της ψυχής σκαλίζει ένα εικονοστάσι καθώς το φως λιγοστεύει και καθυστερώ να ανοίξω τις λάμπες.

Ένα ξωκκλήσι όπου βρίσκεις καταφύγιο δαρμένη και μόνο. Ονειρεύμαι βυζαντινές αγιογραφίες να ερωτοτροπούν με γυμνά σώματα. Ονειρεύομαι να χαιδεύω αγάλματα. Μια σειρά φωτογραφιών όπου θα προσπαθώ να αγαπήσω γλυπτά, να τα αγκαλιάσω σαν ζωντανά σώματα.

Το βέβηλο παρηγορεί την καρδιά για την ασυλια που έδωσε αυτή στην φτώχεια, την δειλία και την μιζέρια.

Το χυδαίο παρηγορεί την σεξουαλικότητα για την σπατάλη της όταν προσπαθεί να ξεφύγει από την απελπισία αντί να της παραδοθεί. Χωρίς αντιστάσεις η απελπισία εξανεμίζεται, δεν έχει πια ποιον να παλέψει.

Έκλαψα χτες για την Αναστασία. Γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να την βοηθήσω. Τίποτα απολύτως. Οφείλω να την εγκαταλείψω γιατί η μάχη είναι μόνο δική της.

Εκλαψα χτες γιατί δεν ξέρω τι να κάνω στην ζωή μου. Πως να δεχτώ ότι τα σώματα που αγαπώ και που με κάνουν να τρέμω, δεν θα μπορέσουν ποτέ να σταθούν δίπλα μου κοινωνικά. Δεν θα νιώσω ποτέ εκείνο το διαστροφικό συναίσθημα της πληρότητας όταν δίνεις την εικόνα του έρωτά σου στον κόσμο κι εκείνος εγκρίνει. Το βλέμμα των άλλων που μας ορίζει.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Φθινόπωρο

Με την διαύγεια του πρωινού και τον χρόνο να κυλάει ανάμεσα σε γουλιές ζεστού καφέ, διαβάζω παλιές σου αναρτήσεις Σ.
Χτες ήμουν δυνατή. Και σήμερα.
Με πήρε η μητέρα μου τηλέφωνο για να μου πει ότι έχει πεθάνει εδώ και τρεις μέρες ο Ξυπόλητος. Άντρας πενήντα και χρονών, με μια κορμοστασιά ολόισια και ψηλή, άνοιγε τα χέρια του να χορέψει ζειμπέκικο και σε έκανε ταξίδι στα φτερά του. Είχα κοιμηθεί ένα βράδυ μαζί του, κανένας άλλος άνθρωπος δεν με είχε κρατήσει Έτσι. Οι παλάμες του στο σώμα μου ήταν σαν να έπαιρνα ενέργεια από την θάλασσα, σαν να κολυμπούσα .
Από τον Μάιο είχε μάθει την κακιά αρρώστια και είχε κατέβει στο νησί να χαιρετήσει. Δεν ξανάρθε και τό ξερε. Σήμερα μου είπε η μανα ότι ζήτησε να καεί και να σκορπιστεί η στάχτη του στην παραλία μπροστά από την γειτονιά που μεγάλωσε.
Δεν μπορώ να λυπηθώ που έφυγε. Και το ξέρω πως έτσι θα θελε να νιώθω. Χαίρομαι που υπήρξε στον κόσμο ένας τόσο ωραίος άνθρωπος. Με φίλησε και απόρρησα πόση ψυχή χωράει σε ένα φιλί, δεν το περίμενα, και τον κοίταξα έκπληκτη και ελαφρώς σαν χαζή ρώτησα "τι έβαλες στο φιλί;" ή κάτι αντίστοιχο.
"Ανατολή του ήλιου" απάντησε. Χάραζε εκείνη τήν ώρα, κοίταζα γύρω μου και είδα με τα μάτια του πως με τόση ομορφιά, μόνο έτσι μπορεί να ' ναι ένα φιλί.
Έφυγε λοιπόν. Τα χέρια του δεν θα δώσουν άλλη θάλασσα σε γυναικείο σώμα. Όπως πάντα εγώ με τους άντρες δεν μπορώ να αγαπήσω το σώμα τους. Μπορώ να το θαυμάσω όταν το βλέπω από μακριά, αλλά στην αγκαλιά ποτέ δεν είμαι κάτι παραπάνω από νάρκισσος. Μόνο γυναίκες με λυγίζουν, βαραίνω από πόθο, αγγίζω και τρέμω.
Άντρας και ο Ξυπόλητος, με κράτησε στα τεράστια χέρια του, τίποτα που να μην θέλω δεν έκανε, απαλός κι τρυφερός σε κάθε κίνηση, με απόλαυσε για λίγο. Κι εγώ βούτηξα στην θάλασσα και βγήκα ανάλαφρη πίσω στην ακτή. Δεν θυμάμαι καμία αίσθηση σεξουαλικότητας από τις 1-2 συναντήσεις μας. Μόνο ότι με άφηνε να ναρκισεύομαι και να νιώθω όσο όμορφη θα θελα χωρίς να ντρέπομαι, ότι με κοίταζε να ερωτεύομαι το είδωλό μου και να του το χαρίζω, μόνο το είδωλο. Γιατί η ψυχή μου, αντρική, τον κοίταζε στα μάτια και του έλεγε "α φίλε μου κοίτα τι όμορφη αυτή που σου χαρίζεται, απόλαυσέ την απαλά, αφού εγώ δεν μπορώ: είναι το ίδιο μου το σώμα".

Αμήν.

***

Στις τελευταίες γουλιές καφέ, επανέρχομαι στο σπίτι μου σε αυτή την γωνιά της Αθήνας. Στο κρεβάτι μου κοιμάται η Κ. την κράτησα αγκαλιά με τρυφερότητα για όσα μου δίνει. Δεν την φιλάω, δεν της δίνομαι αφου ξέρω πως δεν μου ταιριάζει. Την κρατάω, κοιμάται και το μυαλό μου γυρνάει στην Αναστασία. Το μυαλό μου αρχίζει τρέχει σε λεπτομέρειες του σώματός της, την θέλω τρελά. Ξέρω πως θα το ελέγξω στο τέλος αλλά ξυπνάει από τα σκοτεινά πηγάδια μου ο πόθος για αυτήν και μόνο. Χτυπάει το τηλέφωνο, και είναι εκείνη. Μιλάμε ήρεμα, αποσυντονίζω το μαγκανοπήγαδο της επιθυμίας και της μιλάω αδιάφορα με την συνήθη τρυφερότητα των πρώην. Στέκομαι μόνη μου ανάμεσα σε ένα σώμα που κοιμάται και που μου δίνει όλη την αγάπη που θά θελα όπως ακριβώς θα την ήθελα και μια φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής που ανήκει στην γυναίκα - φύλακα των σκοτεινών επιθυμιών μου, αυτή που η μορφή της χωρίς να θέλω έσκαψε μέσα μου και βρήκε φλέβες κομμένες από αυτόχειρες στην σπηλιά των αναστεναγμών της ηχούς.

Α ξέρω πως να της μιλήσω τώρα. Ξέρω πότε να φύγω γιατί δεν αντέχω, ξέρω πότε να υποκύψω στις παροδικές επιθυμίες της για αγάπη. Και πότε να αρνηθώ να δώσω έστω μια σταγόνα.



Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Μικρά deja vu

Σε ευχαριστώ Σ.
Ένα χάδι πέρασε σαν πέπλο στο δέρμα μόλις είδα τον πίνακα. Είναι υπέροχος κι αν δεν υπήρχε ίσως να μην είχα διαλέξει το όνομα.
Μπαίνω στα τριάντα χρόνια. Γελάω ήρεμα. Χτες μίλησα με τα απομεινάρια της άλλοτε αγαπημένης μου. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτήν. Δεν μπορώ ούτε καν να την θέλω παρά την θέλησή της. Είμαι ελεύθερη.
Δεν γοητεύει πια η μιζέρια. Όμως όσα στραφτάλισαν μέσα μου είναι νομίσματα και δεν τα πετάω στο δρόμο. (Ίσως να εδώ να ταίριαζε κανα ρητό για τα αγαθά της αποταμίευσης. Μήπως η συσσώρευση πλούτου ακόμα και του συναισθημάτικού, είναι μάταιη; )

Να ένα νόμισμα ακόμη:

Το μόνο που μου έμεινε από σένα είναι ένα πείσμα. Το πείσμα που ταξίδεψα σε άλλα κορμιά για να σε ξεχάσω, που έχτισα αγάπες πάνω στην σαθρή πληγή της μορφής σου. Αλλά μήπως φταις εσύ για αυτήν;
Ένα πείσμα να ζήσω ενάντια στο θανάσιμο βλέμμα σου. Που αγάπησα. Πως τα κατάφερα έτσι, να γκρεμίζω τις πόλεις και τα χωριά μου, μόνο και μόνο επειδή τα κούρσεψες. Υποταγμένη σου να μην υπάρχω. Καμμένη γη, ένα πείσμα να τα ξαναχτίσω για να έρθεις να τα δεις μετανιωμένη.
Καίγομαι καιρό πλάι σου και πάλι. Γύρισα σπίτι αργά, νομίζω πως είχε συνεννοηθεί το φεγγάρι με την τύχη μου να είναι στην σωστή γωνία την ώρα που θα στρέψω το βλέμμα μου να το δω και να μου μιλήσει, μετά από τόσον καιρό. Σήκωσα το κεφάλι μέσα από το κράνος και έμεινα, μου μιλάει το φως.

Εξουθενωμένη, σέρνομαι πλάι σου και με ξυπνάει μόνο ο θυμός σου. Πως κατάντησα να με πεισμώνει μόνο η οδύνη η προκληθείσα από εσένα. Τίποτα άλλο δεν με συγκινεί πια εκτός από την μάχη με σένα. Την μάχη με την αδιαφορία σου. Πόσο μάταιο είναι να σε αντέξω, πόση θλίψη πια.

Απόψε λοιπόν λες να σε αρνηθώ; Να το αποφασίσω; Και που να πάω μπροστά; Τι υπάρχει μπροστά; Γιατί και πάλι στα αγκάθια.

Δεν υπάρχεις εκεί, κυνηγώ τους αντικατοπτρισμούς σου. Αλλά δεν είσαι εσύ.

Απόψε παραιτούμαι. Δεν σε κυνηγώ άλλο, δεν αντέχω άλλο.

Με τις χειροπέδες θα σε βλέπω, δεμένη στο κατάρτι θα σε ακούω.



η εκείνο εκεί το απόσπασμα:

Είναι ανεξήγητο γιατί είμαι τόσο ελεύθερη.

Ίσως γιατί σε είδα τόσο μπερδεμένη σε τόσο ανούσια στερεότυπα που ένιωσα κάπως πιο ελεύθερη. Ότι δεν είναι σωστό να κάνεις έρωτα χωρίς φιλί… λάθος δεν υπάρχουν τέτοιοι κανόνες. Αν και οι δυο θέλουνε έρωτα χωρίς φιλί, τότε μια χαρά είναι.
Ότι είναι ξαναζεσταμένο φαΐ, άλλη προκατάληψη, ποιος ξέρει πόσες φορές την έχεις ακούσει ή σκεφτεί και μπήκε στο κεφάλι σου.
Καταρχάς δεν είναι ξαναζεσταμένο. Κρύο κατακρύο είναι. Νομίζεις ότι έτσι εύκολα έχουν ξαναζεσταθεί μέσα μου όσα πέτρωσες; Νομίζεις ότι ενάμιση χρόνου βάσανο για σένα μπορείς να το σβήσεις έτσι; Κάνοντας ότι δεν υπήρξε και παραδεχόμενη απλά ότι φέρθηκες άσχημα; Όχι βέβαια, πρέπει να καταλάβεις που βρισκόμουν όλο αυτόν τον καιρό και να μου πεις που βρισκόσουν εσύ. Για μια στιγμή να δείξεις ότι νοιάζεσαι για το που ήμουν, ότι έχεις ανάγκη να μου πεις που ήσουν.
Μόνο όταν αντέξεις το κλάμα, θα ζεσταθεί το φαΐ.
Αλλά σιγά μην τα καταφέρεις. Κι όμως είναι απλό.


Δεν ξέρω γιατί ξύπνησα τόσο πλήρης. Σαν να κάναμε έρωτα και να ήταν τέλεια. Ή δεν ξέρω σαν τι, αλλά είχα να ξυπνήσω τόσο καλά από πριν σε γνωρίσω.

Κι όμως έχω ένα χαμόγελο για σένα, βρίσκω στον κήπο της καρδιάς την τριανταφυλλιά σου φορτωμένη άνθη.

Τώρα πραγματικά θα μπορούσα να κάνω κάτι μαζί σου. Γιατί δεν με βασανίζεις.

Αλλά κατά βάθος δεν έχει ενδιαφέρον για σένα να μην με βασανίζεις… γιατί έτσι νομίζεις ότι δεν σε θέλω. Μόνο όταν καίγομαι για σένα, καταλαβαίνεις να σε θέλω.

Όταν πάλι με πληροίς, η ευτυχία μου σου είναι αδιάφορη. Είμαι εκνευριστικά χαζή όταν είμαι ευτυχισμένη.

Αλλά δεν θα σου ξανακάνω το χατίρι να γκρεμίσω τον κόσμο στο κάθε μας φιλί, όπως έκανα παλιά. Κι έτσι νομίζεις εσύ ότι δεν σε θέλω, ενώ απλά τα πνίγω γιατί ακόμη δεν σε εμπιστεύομαι. Ας το νομίζεις. Αν δεν είσαι ικανή να δεις μέσα μου τι έχω για σένα και σου το κρύβω, τότε δεν μπορείς να είσαι πλάι μου.

Θα φιλάς το άγαλμα μέχρι να το ζωντανέψεις. Και τότε θα είναι πραγματικά δικό σου.

Αν πάλι δεν το θες αυτό, είμαι τόσο ελεύθερη και τόσο γεμάτη από σένα ταυτόχρονα, που όποιος άνεμος και να φυσήξει τα πανιά θα φουσκώσουν.

Απόδειξη ελευθερίας είναι αυτό το χωρίς έμπνευση κείμενο.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2007

Σε εξορκίζω, σε εξορίζω να μου διηγηθείς το επιμύθιο των επιθυμιών σου.
Θέλω να μου πεις πως ο έρωτας λύγισε, πως του κόπηκαν τα γόνατα και σωριάστηκε σαν τσουβάλι στα σκαλιά. Θέλω να μου πεις με ποια εργαλεία λάξευσες από μέσα το μάρμαρο της μαραμένης σου καρδιάς ώσπου να την αποκόψεις τελείως από την δική μου.
Θα στέκομαι εδώ γονατιστή όπως πριν κοινωνήσω.
Κι έπειτα θα συνεχίσω να φαντάζομαι ότι με μπαίνεις μέσα μου και ότι με κρατάς πολύ σφιχτά με τα χέρια σου κρατώντας αντίσταση στον ίδιο σου το ρυθμό.
Σήμερα πάλι φιλούσα το χέρι μου. όμως θα αντέξω. Έγλειφα τον καρπό μου και έτριβα τρυφερά τα υγρά μου χείλη στο δέρμα του. Μετά προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά αδύνατον.

Ο έρωτας είναι επιθυμία να μεταμορφώσεις τον άλλο όσο σε μεταμορφώνει.
Το τέρας είσαι εσύ.

***


Ακούω την μουσική μιας συναυλίας που είχες πάει. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Κλεισμένη στον μικρόκοσμο χτυπιέμαι να καταλάβω γιατί ακόμα σ’ αγαπώ. Ποιους νόμους λογικής και αξιοπρέπειας αρνείται η καρδιά μου και το σώμα μου και έλκονται ακόμη από σένα. Είμαι οργισμένη που σε θέλω ακόμη. Δεν το αξίζεις το βλέπω, το διακηρύσσεις σε κάθε σου βλέμμα και εγώ ακόμη θέλω να σε αγγίξω, ονειρεύομαι να χαιδεύω τα μαλλιά σου, να σε γλείφω ή να με σφίγγεις στην αγκαλιά σου μέχρι να παραλύσω.

Ανίκανη κι ανάπηρη συναισθηματικά, ασυνεπής και βασανισμένη με πληγές που δεν αντέχεις. Τις πασπαλίζεις με μπόλικο αναισθητικό μέχρι που ψοφάνε τα πάντα μέσα σου. Δάκρυα που δεν κύλησαν από τα μάτια σου. Που δεν έγειρες ποτέ πάνω μου ενώ ξέρεις ότι μπορώ να σε κρατήσω, ότι είμαι εδώ αλλά δεν το πιστεύεις.

Ο οργή μου θα σε ξεσκίσει μια μέρα. Γιατί δεν την εκφράζω αλλά την κρυφοθηλάζω με την απουσία σου μέχρι που μια μέρα θα ναι παιδί μεγάλο και θα χιμήξει πάνω σου χωρίς να ρωτήσει την γνώμη μου.

Καρδούλα μου να μπορούσα σήμερα να σου δαγκώσω με φιλιά το λαιμό.

Η αρχή

Γιάντες.
ξεκινάς να παίζεις αυτό το παιχνίδι σπάζοντας ένα κοκκαλάκι από το σκελετό μιας όρνιθας που μόλις έφαγες μαζί αγαπημένους ανθρώπους. Οικογένεια, φίλοι... η κότα είναι από το κοτέτσι γιατί τα έτοιμα κοτόπουλα έχουν σπασμένο ετούτο το διχαλωτό κοκκαλάκι. Όλα ξεκινάνε από ένα καλοψημένο, νοστιμότατο πτώμα.
Κι από την στιγμή που θα χωρίστεί το κόκκαλο και το μισό θα μείνει στον έναν και το άλλο μισό στον άλλο, ξεκινάει το παιχνίδι.
Αν μου δώσεις κάτι από το χέρι σου στο χέρι μου και προλάβεις να μου πεις "γιάντες", κέρδισες. Αν σου πω " το ξέρω" θα πρέπει να ξαναπροσπαθήσεις. Αν σου δώσω εγώ κάτι από το χέρι μου στο χέρι σου και σου πω το γιάντες, κέρδισα. Τι κέρδισα; ότι είχαμε βάλει στοίχημα από πριν, δεν έχει σημασία. Αν προλάβεις και μου πεις το ξέρω, δεν τα κατάφερα να σε πιάσω στον ύπνο.

Τι παιχνίδι! Πόση συνείδηση της κάθε σου κινήσης σε κάνει να έχεις. Κοιτάς τον άλλο καχύποπτα τίποτα δεν παίρνεις από το χέρι του γιατί μπορεί να χάσεις.

Μαθαίνεις ότι καμία συναλλαγή με τους γύρω σου, ακόμα και το να σου δώσουν το αλάτι δεν είναι άνευ νοήματος, αλλά έχει μέσα της την δυνατότητα της πιο βαθιάς επικοινωνίας. Μαθαίνεις πως ό,τι περνάει από χέρι σε χέρι είναι μια τελετουργία, καθημερινή και απαρατήρητη αλλά τελετουργία.
Και μαθαίνεις τέλος πως αν χάσεις, αν μια στιγμή ξεχαστείς και πάρεις από το χέρι του άλλου ένα ποτήρι, μια χαρτοπετσέτα, το πιπέρι, δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξεις το παρελθόν: την μικρή στιγμή που εκείνος ήταν πιο ξύπνιος από σένα.
Έτσι την πάτησα στον έρωτα, ξεκίνησα να παίζω το παιχνίδι και με έπιασες στον ύπνο. Πριν η σκέψη μου καταλάβει το ψέμα σου, πριν η κρίση μου διαβάσει τις πασπαλισμένες με αναισθητικό πληγές σου, πρόλαβα να σε αγαπήσω. Με φίλησες για πείραμα, επειδή ήμουν όμορφη και "γιάντες". Έχασα, τον κόσμο τις ισορροπίες, τα πάντα. Σε φίλησα και δεν περίμενες πως σε ήθελα στα αληθεια. Όμως να που περάσαν δύο χρόνια και σε θέλω ακόμη. Να που σε ερωτεύτηκα: "γιάντες" δεν το περίμενες. Και έφυγες.
Και φυσικά έφυγα. Οργισμένη με την υπνοβασία μου που έδωσα την καρδιά μου στις αργές σου σισύφειες ματαιες μέρες.