Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

Απο τον Νομάδα: Αντιγραφή αποσπάσματος λυτρωτικού

"Με δυο λόγια, ο έρωτάς μου για σένα θέριευε ταυτόχρονα τον πόθο μου για ζωή, δεν με αποσπούσε από την προσωπική μου ευδαιμονία, αντίθετα μεγάλωνε την επιθυμία μου να είμαι καλός πατέρας και σύζυγος. Δεν ανταγωνιζόταν, αλλά στήριζε τους γάμους μας. Σκέπτομαι τώρα κάτι ακόμα. Όταν παντρεύτηκα την Αλεξάνδρα, όπως νομίζω σου είπα πριν, είχα αποφασίσει ότι εκείνη ήταν η γυναίκα της ζωής μου. Πέρασαν βέβαια τα χρόνια κι ο πόθος κόπασε. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνω για να είμαι εντάξει προς το κοινό περί αλήθειας αίσθημα; Να εγκαταλείψω την αγαπημένη μου επειδή σε ερωτεύτηκα, κι έπειτα εσένα αν τύχαινε να ερωτευτώ μιαν άλλη; Αυτή είναι η αλήθεια που ονειρεύονται οι αυθεντικοί, μια αέναη αλλαγή προσώπων υπό το πρόσχημα του νέου έρωτα και της αλήθειας προς τον παλιό; Είναι οι άνθρωποι λοιπόν αντικαταστάσιμοι όταν τελειώσει το πάθος, αρκεί να βρεις τη δικαιολογία; Και οι εσωτερικοί μου όρκοι πως κι αν πέθαινε ο πόθος, η αγάπη μου για εκείνη δεν θα πέθαινε ποτέ; Το γεγονός ότι τη λάτρευα παρότι σε γαμούσα; Το ότι μόλις τελειώναμε το σεξ μιλούσαμε επί ώρες για τον Μάρτιν και την Αλεξάνδρα και σπρώχναμε ο ένας τον άλλον πίσω στην αγκαλιά τους; Όλα αυτά είναι η ξιπασιά δυο μιασμάτων; Δεν ξέρω. Μπορεί να δίνω άλλοθι σε ένα κακούργημα, όμως ειλικρινά ποτέ δεν το είδα έτσι. Κακούργημα έγινε τη στιγμή που πάψαμε να είμαστε ευτυχισμένοι. Τότε παραλίγο η δική μου σχέση να καταστραφεί και η δική σου καταστράφηκε. Τότε όμως, ήθελα να είσαι ευτυχισμένη και ήσουν, ήθελες να ευτυχώ και ευτυχούσα και ξέραμε κι οι δυο ότι η ευτυχία μας μονάχα έτσι μπορούσε να υπάρχει, μονάχα αν αναλαμβάναμε το βάρος της προδοσίας αδιαμαρτύρητα, αν κάθε σταγόνα ιδρώτα που χύναμε μαζί δεν δημιουργούσε τη λύσσα για περισσότερες, αλλά μας ηρεμούσε και, σαν το ντόμινο, προκαλούσε τη διάθεση να χύσουμε ιδρώτα και με τους ανθρώπους μας. Ναι, μαζί σου κατάλαβα πως δεν είναι ανέφικτο να αγαπάς έναν άνθρωπο και να ερωτεύεσαι έναν άλλον, όταν δεν υπάρχει στη μέση η κτητικότητα. Κι αν όλο αυτό είναι ένα πελώριο ψέμα για οποιονδήποτε τρίτο, δεν έχω τι να του πω, ξέρω μόνο πως στην απολογία μου, εάν είχα δικαίωμα, θα γύμνωνα την ψυχή μου και θα ζητούσα από το δικαστή να μου υποδείξει για ποιόν λόγο η αλήθεια είναι αυτό που βλέπει εκείνος και όχι αυτό που έβλεπα εγώ."

Ανεμοblogιά

Ανεμοblogιά.

Σήμερα περιπλανήθηκα κι ήταν οι τόποι που περπάτησα ανθισμένοι
Και με ξεδίψασαν.

Είθε οι άνεμοι των ιστολογίων να φυσάνε πάντα έτσι και να αξιώνομαι να τους ακούω.


Κι εσύ που θα αγαπώ ως το τέλος, περίμενε την επόμενη ζωή για να δικαιωθούμε.

Γιατί σ' αυτην εδώ με κέρδισε το χαμόγελο.

(όχι του παιδιού).

Γιαγιά που με ρώταγες πως πάνε τα καράβια... (βουλιάξανε της έλεγα ή ότι αρμενίζουν)
Που με παρακάλαγες να βρω έναν άνθρωπο να μην είμαι έτσι ξεκρέμαστη στα χρόνια. Ακριβώς αυτό είχες πει.
Μην νοιάζεσαι. Θα γαληνέψω τον καιρό, θα πιάσω και λιμάνι.
Προσευχήσου για όσα καράβια εγκατέλειψα πριν βυθιστούν.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

Αλκυονιδα Κυριακή της Αθήνας

Σήμερα το παρόν παροπλισμένο
Ιστορίες έρωτος παρέρχεται το φως
Ερίτιμος υδροροή μετέρχεται του οργίου
Πες μου αν αγιάσαν χαρταετοί
μονο επειδή αντιδράσαν στον άερα.

Δεν χωράει το αχόρταγο σε ξεχορταριασμένο ελαιώνα
Ο πειναλέος και χαμερπής του άπληστου κανόνας
σε κηνυγάει
ώσπου να τον ξορκίσεις
με το λιγο σου!

Συλλαβίζω τα θραύσματα,
το ολόκληρο είναι πληγή που μου διαφεύγει
Όνειρα με λεφτά κλεμμένα
κατατρύχουν τις νύχτες

Ουτε μια αφήγηση για την φυγή προς το ίσιο
Δεν χαράμισες από τις ώρες σου.
Η απορία σου για την απόρριψη
εδραιώνει στην καρδιά μου
την μορφή σου
Στο κεντρικό καδρόνι με καρφώνεις.


Την μια φορά μου ξέφυγε, μα αυτήν το έχω αδράξει απ' το μαλλί.
Το βαμμένο σου ξανθό που ακόμα αγαπάω.
Δεν σου ξαναμιλώ για να γλιτώσω απ' την σιωπή σου.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

Να καλωσορίσω στους περιπάτους μου το "τιποτα". Μετά απο ψάξιμο μιας ημέρας κατάφερα να το ξαναβρώ και να το κρατήσω πια. Η γραφή του/της με καθηλώνει.

Τα φυλαχτά.

Άνθρωποι που πέρασαν γλυκά, που η καλοσύνη τους θα μείνει για πάντα φυλαχτό.
Που στα μάτια τους μετά τον χωρισμό, βλέπεις πόσο αγαπήθηκες και πόσο η αγάπη σου δεν χαραμίστηκε. Που ευτύχησες να σου μάθουν τραγουδια ανάμεσα από δυο φιλιά. Όπως αυτό:

Je Te Promet
Lyrics by Johnny Hallyday

Je te promets le sel au baiser de ma bouche.
Je te promets le miel à ma main qui te touche.
Je te promets le ciel au dessus de ta couche,
Des fleurs et des dentelles pour que tes nuits soient douces.

Je te promets la clé des secrets de mon âme.
Je te promets la vie de mes rires à mes larmes.
Je te promets le feu à la place des armes
Plus jamais des adieux, rien que des au revoir.

J'y crois comme à la terre, j'y crois comme au soleil.
J'y crois comme à l'enfant, comme on peut croire au ciel.
J'y crois comme à ta peau, à tes bras qui me serrent.
Je te promets une histoire différente des autres,
J'ai tant besoin d'y croire encore.

Je te promets des jours tous bleus comme tes veines.
Je te promets des nuits rouges comme tes rêves,
Des heures incandescentes et des minutes blanches,
Des secondes insouciantes au rythme de tes hanches.

Je te promets mes bras pour porter tes angoisses.
Je te promets mes mains pour que tu les embrasses.
Je te promets mes yeux si tu ne peux plus voir.
Je te promets d'être heureuse, si tu n'as plus d'espoir.

J'y crois comme à la terre, j'y crois comme au soleil.
J'y crois comme à l'enfant, comme on peut croire au ciel.
J'y crois comme à ta peau, à tes bras qui me serrent.
Je te promets une histoire différente des autres,
Si tu m'aides à 'y croire encore.

Et même si c'est pas vrai, si on te l'a trop fait,
Si les mots sont usés comme écrits à la craie,
On fait bien des grands feux en frottant des cailloux.
Peut-être avec le temps et à force d'y croire,
On peut juste essayer pour voir

Et même si c'est pas vrai, même si je mens,
Si les mots sont usés, légers comme du vent
Et même si notre histoire se termine au matin,
Je te promets un moment de fièvre et de douceur,
Pas toute la nuit mais quelques heures.

Je te promets le sel au baiser de ma bouche.
Je te promets le miel à ma main qui te touche.
Je te promets le ciel au dessus de ta couche,
Des fleurs et des dentelles pour que tes nuits soient douces.


***


Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

Κάποιοι έρωτες όταν τελειώσουν μετουσιώνονται σε μια δυνατή φιλία. Άλλοι σε μια νοσταλγική διάθεση και βλέμματα γεμάτα συνενοχή για όσα γεύτηκαν οι δυο τους.
Και κάποιοί έρωτες αποδεικνύουν το γελοίο τους με την μετουσίωσή τους στο απόλυτο μηδέν. Συναντήθηκα με το κουφάρι της, κράτησα ζωντανή την συνήθη τρυφερότητα των πρώην. Μίλησα σαν να την αγαπώ και σαν να με καταλαβαίνει. Αλλά δεν.
Σκατά έρωτας ήτανε, τζαμπα δυο χρόνια. Έτσι χυδαία μπορώ να το πω. Επί δυο ώρες δεν έκανε τον παραμικρό κόπο να με νιώσει. Ο έρωτάς της μόνο υπήρχε. Και κάποιες θεωρίες του στυλ η ερωτική επαφή με μικρότερους σε ηλικία ανθρώπους μας χρησιμεύει για αυτοεπιβεβαίωση. Πόσες αρλουμπες να αντέξεις...
Της μίλησα με αγάπη, όπως θα θελα να μου μιλήσουν. Αλλά πραγματικά αναρωτιόμουν επί 4 ώρες, ΕΠΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΩΡΕΣ, για ποιο λόγο την είχα ερωτευτει στο παρελθόν. ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΠΟΙΟ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΑΣ.
ε λοιπόν μόνο για αυτοεπιβεβαίωση (!) ότι έζησα δυνατα συναισθήματα για αυτήν που στεγάζει το σώμα της.
ΔΕΝ ΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΠΟΤΕ. Γι αυτό υπέφερα τόσο και για αυτό δεν μπόρεσε να γεννηθεί μια ουσιαστική σχέση έγνοιας από τα συντρίμμια. Γι αυτό έζησα τόσο έντονα για να καλύψω αυτήν την έλλειψη επικοινωνίας; Άξιζε; Δεν άξιζε; τι να πω... μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σε ερωτεύτηκα και ρεζιλεύτηκα. Τότε. Άξιζε; που με κοιτούσαν όλοι και με λυπόντουσαν. που μου λεγαν απομακρύνσου σε καταστρέφει.
ΠΙΘΑΝΟΝ και να μην την καταλαβα. Δεν το αρνούμαι ως εκδοχή, αν και δεν το ξέρω.
Όσα έδωσα είναι στα σκουπίδια. Δεν πρόκειται να τα αναζητήσω για να μην λερωθούν τα χέρια μου.
Βρωμάει το πτώμα απο τα σπλάχνα, όπως η ανάσα της σήμερα.

Όσο για τις μικρές ευτυχίες που εγκατέλειψα σήμερα για να την δω. Απλά λάθος. Τζάμπα χρόνος.

Μπορώ ακόμα να της μιλάω με αγάπη. Δεν σβήνεται ετούτο. Αλλά μου αφήνει τέτοιο κενό, που μπάζει αέρας κρύος απο παντού και κρυώνω. Απαίδευτη στο δόσιμο, αναλφάβητη στο νοιάξιμο, και στο γλυκό χαμόγελο ορκισμένη εχθρός.
"Αγράμματες στον έρωτα κι άχρηστες στην αγάπη", όπως έλεγε και το τελευταιος στίχος της παρήχησης του ονόματός της. που δεν θα μάθει ποτέ ακόμα κι αν βρεθεί κάτω από τα μάτια της.

Λάθος πυροτέχνημα, φωτιά μες στο μεσημερι. Μόνο αν το βλέμμα της κάποια στιγμή και μόνο για κείνη την στιγμή, μόνο γιά λίγο καταλάβει την ψυχή μου, έστω σε 10 χρόνια, έστω σε 30, θα 'χει δικαιωθεί εκείνος ο έρημος έρωτας. Ως τοτε,
δεν μπορεί να αναπαυθεί.

ουτε στο παραθυρι, φως μου, λιγο να σε δω

ούτε στην πόρτα βγαίνεις, ούτε στο στενό
ούτε στο παραθύρι φως μου λιγο να σε δω.

Να ένα παραθύρι που είχα χαζέψει. Πότε θα την δω; Αυτός ο χρόνος ο μικρός ο μέγας.



Μια πλάγια γραμμή κόβει την θέα,
σαν κίνηση απότομη και λίγο νευρική.
Ορίζει όμως το χώρο κι είναι ωραία,
που το άπειρο αν θέλεις να δαμάσεις,
κρύβεσαι στη ρωγμή.

Έτσι κι εσύ, με ευθύ το βλέμμα με ζυγώνεις
και μόλις έρθεις πιο κοντά φοβάσαι τη στιγμή
λες μηπως και σωθείς απ' ό,τι δεν γλιτώνεις
ματαια: το σώμα έχει εντός του τις εντάσεις
κι εσυ θα πληγωθείς.

Όσο και να προσέξεις, η σφραγίδα
έχει ήδη στην καρδιά σου τυπωθεί
κάνεις δυο τρύπες στην εφημερίδα
για να σπιουνέψεις το επόμενο φιλι.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

Απο ξενο τοπο

... κι απο μακρινο
ηρθε ενα κοριτσι φως μου
εικοσι χρονων.

Ε, ναι υπέκυψα στο ηδύ αλλα και στο ήδη.
Πόσο αρνιόμουνα να γευτώ καρπό χαρισμένο και οχι κλεμμένο.
Ε να λοιπόν που μπορώ να γευτώ τα φιλιά της και δεν χρειάζεται εκείνη να τα κρύβει από κανέναν, ούτε εγώ χρειάζεται να της κρύβω παλιές πληγές, ούτε να ζουμε στην ένταση του χωρισμού από το πρώτο κοίταγμα, ούτε να υποκρίνομαι πως δεν έχω τάχα ανάγκη την αγάπη, ούτε..... ούτε όλα όσα συνόδευαν πάντα τις επιλογές μου.

κι είναι το ηδύ σαν το νεράκι, χωρίς σπαράγματα αναίτια παρά μόνο από πόθο. Και τίποτα δεν γδέρνει τα σωθικά μου κι όμως αυτό δεν σημαινει πως την θέλω λιγότερο.

κι είναι ήδη χτες αλλά δεν κουβαλάω την απελπισία του αύριο.

Μαρία Ηλέκτρα μόλις χτες ένιωσα ότι υπάρχει ομορφιά χωρίς πόνο. Γιατί εκείνη η παραμορφωτική γκριμάτσα του πόνου είχε - με τον καιρό - φορεθεί στους έρωτές μου ως μάσκα και έκρυβε την αλήθεια τους.

Λιγώθηκα απο το πολυ της.

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

Σχήμα πρωθύστερο

Για να γλυκάνει ο χειμώνας αντιγράφω λίγο περασμένο Σεπτέμβρη μαζί με φωτογραφία απο τα χέρια εκείνης της "Άλλοτε" (Άλλά ούτε)...





7 Σεπτεμβρίου 2007
είδα στον ύπνο μου μια παραλία με λευκά βότσαλα στην άνω πόλη Θεσσαλονίκης. Περπάταγα σε αυτήν για να έρθω να σε βρω στο σπίτι, εκείνο το σπίτι που έμοιαζε τόσο με το βερολινέζικο της Ούτε. Έπειτα σε συνάντησα και μου έδωσες ένα φιλί στο στόμα. Η γλώσσα σου με πίεζε, δημιουργούσε μια αίσθηση πνιγμού, μου ξερίζωνε την γλώσσα. Όμως ήθελα το φιλί και προσπάθησα μάταια να σε βάλω στον τρυφερό ρυθμό μου.
Ξύπνησα με την πικρή γεύση σου και με το κρύο όταν τα βρεγμένα ρούχα στεγνώνουν πάνω σου. Διάβασα την Λίγεια, πάλι. Θα μείνω μόνη να κρατάω το κάγκελο του κρεβατιού για να μην με ρουφήξουν οι εφιάλτες σου. Να μεταμορφώνω την αδιαφορία σου στις γλυκές στιγμές
όπου η μορφή σου υποτάσσεται στην καλοσύνη.
Αναγνώρισα στην ζωώδη μορφή της σειρήνας, το χαμόγελο που κάποτε είχες. Φθείρεσαι αλλά θα βρω τις ρίζες σου.
Όπως ονειρεύομαι την μητέρα σου. Θα έρθει η τύχη πάνω μου και θα βρω τον εραστή της γιαγιάς σου.
Κόρη αδικοχαμένης νύμφης ενός δέντρου της Κορινθίας. Όσο η μορφή σου μου χαρίζεται χωρίς την λάσπη της βωμολοχίας σου, θα είμαι ευτυχισμένη.
Κάθε φορά που σε βλέπω νιώθω λες και αναγνωρίζω στο πρόσωπο του στρατιώτη που με σκοτώνει το χαμένο αδέρφι που ο εχθρικός στρατός είχε πάρει σε παιδομάζωμα πριν χρόνια.
Σου φωνάζω να με γνωρίσεις και δεν βλέπεις. Είσαι τυφλή. Σου φωνάζω ότι το σημάδι στο πόδι σου ξέρω από πού είναι. Σε κοιτάζω όμορφη κι εσύ μου δίνεις χάρη. Δεν με σκοτώνεις αλλά τρέχεις να σωθείς από το βλέμμα μου γιατί δεν αντέχεις το ποια είσαι. Κι έτσι σε χάνω πάλι.
Δεν μπορώ να αποφασίσω να καταταγώ στο στρατό του εχθρού για να είμαι πλάι σου.

Κάθε φορά που σε βλέπω θυμάμαι τα δελφίνια που τους μίλαγα στην θάλασσα της Πάτμου, το γέλιο μου που έφτανε μέχρι τις λείες καμπύλες τους και τα έκανε να ακολουθούνε την βάρκα.

Το βλέμμα μου γίνεται απλανές από την έλλειψη σου. Το κορμί κυρτώνει. Να ζητήσω δανεικά φιλιά; Θα αντέξω;

****
Κι όμως άντεξα. Κι ήταν όμορφα όσα άντεξα. Ήταν δικά μου κι όχι δανεικά. Και να μαι τώρα εδώ αγναντεύω, ναρκισσεύομαι κι εσυ;
ξαφνικά μου φαίνεσαι φτωχή.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

Η κηδεία, η φροντίδα, η τελευταία φορά
Η αιχμή του δόρατος η καταιγίδα
Μια δεσποινίδα στέκεται και χαμογελάει
Χάσκοντας τα άδεια δόντια της σε όσους ξέρουν να βλέπουν πίσω από τις λέξεις.

Δεν υπάρχουν παρά παράνοιες.
Στην οδό Ακαδημίας αγαπώ.
Η φυγή δεν έχει παιχνίδι,
Η φυγή δεν έχει διαβατήριο.

Αρίες φυλές προετοιμάζουν το φιλί μας
Αποστειρωμένο και μάταιο θα σε εγκαταλείψω νωρίς.
Θέλω να μην σε ξαναγγίξω.

Τα θέλω τα βαρέθηκα
Την βαρεμάρα την θέλω
Είναι η μόνη πραγματική ξεκούραση
Σε έναν κόσμο που οι επιθυμίες έχουν κι αυτές το κόστος τους.

Έκδοσις και πορνεία δεν ξεφεύγεις

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2008


οχι πια σεξ μονο σχεση


και αντιστροφως



Πάνω στο δέρμα σου αργά σκάφτηκαν οι αρρώστιες
Όσο κι αν θες δεν έρχεται ποτέ κανείς μέσα απο οθόνες.
Δεν θές να μείνεις άπλυτος αλλ' αγαπάς τις πόρνες
Στην πόρτα σου εγείρανε και συ τους λες καλώστες.


Μια αρσενική, ένας θηλυκός κι ένα μικρό ντουέντε
Σου χάρισαν το ράγισμα, σου φίλησαν τα ρούχα
Σου ράγισαν το χάρισμα, ντύσαν τα χείλη που είχα
Κρύφτηκαν μες στο χάδι σου, του έρωτα οι ρώγες πέντε.


Πόσο έλκει ο λάκκος της σιωπής, και πως κυλά το δάκρυ
Αν δε βασανιζόσουνα δεν θα ΄χες να πεις κάτι
Κέντα μας, κέντα την ακοή, μην λυπηθείς τους ήχους


Σάστισες στο πρωτο άκουσμα, στο δεύτερο λυγίζεις
Στο τρίτο αναστέναξες, στο τέταρτο με βρίζεις
Δεν άντεξες την ηδονή, δεν γκρέμισες τους τοίχους.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008


Ώρες περιπλάνησης για μικρή εικόνα. Για ένα χρόνια πολλά και μια ευχή για το 2008. Ετούτη η πλασματική αρχή του χρόνου που την φτιάξαμε γιατί δεν αντέχαμε την ιδέα του ατελείωτου χειμώνα.
Στέλνω δυο χορευτές, κυκλαδικών εδωλίων πρόσωπα σε σώματα διαίτης.
Μαραίνεται το μύρο, μαράζι που να γείρω.
Ο ανθός της καρδιάς αλλού φυτρώνει.
Σκάλισα στους εφιάλτες του, βρήκα το πιο απεχθές του ρίγος και του το χάρισα με ένα χαμόγελο. Το άντεξε. Πως να μην του συγχωρήσω λοιπόν την άγνοια;
Συγχωρώ και δίνομαι.
Και αναχωρώ.