Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Kατηφορίζω σταθερά.
Με βήματα φουσκωτού ελέφαντα.

Το υποκινούμενο νήμα της αφής
σέρνεται στις ραβδώσεις του δαχτύλου.


Εκείνοι που μπορούν να μιλάνε χωρίς να τους τυλίγει το λαιμό το φίδι,
κοιτάνε με απορία τις σπασμωδικές διαρροές της εικόνας μου.

Άδεια σαν σακί, γνωρίζοντας ότι ο νόστος βρίσκεται - κυρίως τώρα - μέσα μου.


Ότι εσύ που μέ έκανες να γράψω, εσύ και μόνο μπορείς να πυροδοτήσεις τις πεθαμένες γραμματοσειρές, μήπως και ζεσταθώ στην ανάφλεξη.

Αλλά φοβάμαι. Θέλω να ζήσω λίγο ακόμη για να σε σκεφτώ.

Θέλω να πεθάνω μακριά σου παρά στο πλάι σου.

Κάποτε όμως θα μάθεις να βγάζεις τα χάδια βόλτα με το φως.

Και τότε την κάτσαμε.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Στιγμές.

1) Το παιδί μου φίλησε τα χέρια λες κι ήμουν παπάς. Χαμογελουσε ικευτετικά ενώ η μητέρα του έκλαιγε.

2) Ο ταλαίπωρος έβγαλε από το πορτοφόλι του το δόντι του και το έδειξε. Το φύλαγε εκεί μέσα άραγε πόσον καιρό...πόσους μήνες. Το διαβατήριο κάπου μουλιάζει στο Αιγαίο αλλά το δόντι είναι εδώ. Τον φαντάζομαι να το μαζεύει από το έδαφος αφού τον έσπασαν στο ξύλο και τον άφησαν αιμόφυρτο.

3) Με παίρνει παράμερα, παλεύοντας για λίγη ιδιωτικότητα: Κι έπειτα τραβάει το κάτω χείλος του ώστε να δω την λεπτή μεμβράνη από την μέσα μεριά το χειλιών, εκεί έχει γραμμένο με τατουάζ το όνομά της.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

εναερια ιεραρχια.

Τελευταία διαβάζω συνέχεια ειδήσεις.

Τα ψιλά γράμματα, τα στενά παντελόνια.

Δεν με ενδιέφερε η κοπή σου. Και δεν γνώριζα σε ποιον αναφέρομαι.

Ενώ τώρα μπορώ και πάλι να περιφέρομαι απλανής.

Απλανής: πάνω από τις αγωνίες. Ενίοτε με καπνό.

Νευραλγικά σανίδια στον θώκο σου.

Εκδικήσου επιτέλους.

Είχε πει ότι δεν είναι κακό να έχεις εχθρούς. Αυτοί μας θέτουν τα όρια.

Για αυτό και τελευταία διαβάζω συνέχεια ειδήσεις.

Οι μνημονευόμενοι στο παρόν, δεν το ξέρουν.

Και ναι είχα ποιητή στα γενέθλια. Πως αλλιώς και ευτυχώς, γιατί τότε τζάμπα το μακιγιάζ.

Απόψε πάλι γνώρισα έναν γλυκό Ντοστογιεφσκι 25 ετών.

Entonces porque te estas quejando? Pues, no se. A lo mejor esa mescla me pone cachonda.

Kι αν δεν με πιστευουν, ας με αγγιξουν οι άγιοι. Όλοι εκεί.



Υ.Γ Α γ α π η μου, μην τρομάζεις από τα παραμιλητά μου.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Επιστροφή στην δίνη.

Το κλεισα γιατί λέει δεν μπορούσα παρά να γράφω σε σένα και δεν ήθελα να λογοκρίνομαι.
Αλλά και κλειστό, το ίδιο συμβαίνει. Γιατί κρατάς την μορφή της επιθυμίας μου και δεν την έχω ξεριζώσει ακόμη. Έχει κολήσει τις βεντούζες πάνω στο δέρμα μου και τα πλοκάμια της δεν φεύγουν.
Πλησιάζουν το λαιμό. Έτσι λοιπόν ταξίδεψα με τα πλοκάμια.

Είμαι ξερή, θεόξερη. Και πεισματωμένη.

Και ξέρω ότι δεν γίνεται, κι ακόμα σε θέλω.

Μάλλον ακριβώς για αυτό.

Φτιαχτήκαμε να ποθούμε το αδύνατο.

Και το ξένο.

Ομως φτιαχτήκαμε κι ελευθεροι

να επιθυμούμε.

Καμία συντροφικότητα δεν θα με χωρίσει από την επιθυμία.

Που σκάβω βαθιά να την βρω και ποιος θα φάει το χώμα.

Και ξέρω ότι δεν γίνεται, και το ήξερα από πριν - κι ακόμα σε θέλω.

Λες και το σώμα μου ήταν ένα ζώο, κάποιος άλλος, το έβλεπα να σπαρταράει στην αγκαλιά σου και δεν το γνώριζα.

Λες και το σώμα μου είναι κάποιος άλλος και μου κρατάει μούτρα για τις στερήσεις που του επιβάλλω.

Το σώμα μου ήταν ένα σκυλί που έτρεχε προς τον αφέντη του και με έσερνε από την αλυσίδα.

Ξέρεις όλα αυτά όταν γράφονται, μην τα παίρνεις σοβαρά.

Αν τα διαγράψουμε όλα ίσως και να σωθεί ένα φιλί ακόμα.

Θα φεύγω κάθε φορά όμως.

Ταξιδάκια




Σύρος: γάτα στην ακροθαλασσιά








Σε κοίταζα στις γάτες







Το ηφαίστειο

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Κλειστες οι πόρτες.


Στην γεωμετρία του στήθους μου εντρυφησαν πολλοί

κι εγώ στα ξερά πλήκτρα σου.

Ήταν τόσο δύσκολο αγγελάκι μου να νομίζεις πως ό,τι και να έλεγα απευθυνόταν σε εσένα.

Σιγά σιγά τα κατάφερνες να με κάνεις δική σου. Και αυτό σήμανε αναχώρηση.




Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια.

Σύρος, Πάτμος, Κως, Νίσυρος.


Όλα, όλα τα δίνω για να μπορώ να ταξιδεύω μόνη.

Έχω ξεχάσει το φύλο μου, οι επιθυμίες αποστραγγισμένες.



πως φιλάνε;


κύμα, θα περάσει κι αυτό.



Ξέρετε κύριε πρόεδρε, δεν υπάρχετε.

Και εγώ αν δεν κόψω λιγο από το χέρι μου να το βάλω στο αγκίστρι... κανείς δεν πρόκειται να τσιμπήσει.

Νηνεμία, αλλάζει ο καιρός.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

To αγγελάκι μου της Δρέσδης...

και πως να συνεχίσω, το ψαχνα χτες με δακρυα

κρεββατοκάμαρα σε εγκατάλειψη.

Αλλά πως να συνεχίσω. Τα δάκρυα μου παγώνουν αν τα δεις και μένεις πάντα διψασμένη. Κι εγώ με πάγους σε κλειστά βλέφαρα.




Σε λίγο καιρό θα αναχωρήσω. Ήδη κόβω πολλά λιμάνια απο τό δρομολόγιο. Μου μένει μόνο η άγονη γραμμή. Ένα δύο ερημονήσια όπου κανείς δεν μιλάει την γλώσσα μου.

Ορυκτό του ελέους ο τόνος της φωνής μας.

Ομορφαίνεις. Θα με βασανίσει αυτό.

ώρες-ώρες το να νιώθεις τα ίδια πράγματα με κάποιον είναι σαν να μιλάς ταυτόχρονα: κανείς δεν ακούει τελικά. Και δεν μπορείς να ορίσεις τι νιώθεις...

Όνειρα με τρέξιμο, φωτιές, κόσμο, αγωνίες.


αγγελάκι μου της Δρέσδης...

μακάρι να μην το γραφα εδώ...

ασυναρτησίες... η εικόνα καταλύει την σκέψη.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

H Κυριακή των αποπλανήσεων, ονομαστική: η αποπλέουσα νήσος

τα πλακάκια της κουζίνας με παρατηρούν να ευδαιμονώ με έναν ελληνικό καφέ κι ένα στρωμένο τραπέζι.

Ελεύθερη λόγου, ελεύθερη σιωπής, κρίσης, λυγμού, καημού, κατακερματισμού.

Δεν απολογούμαι κι ας μην μετανοήσει κανείς για όσα αφήνει πίσω.

Αποκαθήλωση των αισθήσεων, αναμονή με αυτιά σε εγρήγορση.

Μόλις τελειώσει ο κατακλυσμός, να ανοίξω την κιβωτό να δω ποιος είναι μέσα.

Είμαι σκυλί πιστό στην μοναξιά μου.

Κι όποιος αυτήν αγάπησε, αυτόν δεν θα γαυγίσω.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Tα πράγματα θά 'πρεπε να είναι πολύ απλά.


όπως μαχαίρι σε λαιμό.


"Κραταιά ως θάνατος αγάπη."



μέσα σε ένα καλοκαίρι, το αγαπημένο δέρμα έγινε η οθόνη που βλέπω τον κόσμο κι αν θελήσω να δω πέρα από αυτό, πονάει γιατί της σκίζω την σάρκα.


είμαι γεμάτη αίμα, το βράδυ, η έλλειψη χαδιών είναι ένα σύννεφο από εφιάλτες που έχει καθίσει πάνω στο κρεβάτι και με σκεπάζει μόλις πλαγιάσω.


Το ίδιο όνειρο, πίσω στην μέση μου εμφανίζονται τερατώδη εξανθήματα, το δέρμα μου παραμορφωμένο, άσχημο, κι εγώ το κοιτάω με φρίκη.


ερωτικές στιγμές με σκληρά λόγια παίζουν σε μια παράταιρη ταινία.


πως να ξεφύγω από δω. Πως γυρνάνε εκεί που ανάσαινα την μυρωδιά του αλμυρού νερού.


Θα κρατήσω την αναπνοή μέχρι να βγω στο φως.


θα 'σαι εκεί;



Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Διψώ.




κι έχω ακόμη πολύ έρημο.

αλλά θα προχωρήσω.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Θέλω να περάσω στην λήθη, γυμνή στο σπίτι με λίγο αίμα να τρέχει στα μαλλιά.

Με ένα σωρό άχρηστα ρούχα γύρω μου.

Με παρακαταθήκη κάτι ανεπίδοτες καταλήξεις.

Και όσα δεν τόλμησα να πω.

Με τις συνταγές μαγειρικής να παίζουν σε επανάληψη. Ώσπου κάποιος να με βρει και να κάνω ότι δεν έγινε τίποτα και η ζωή συνεχίζεται και πως έγινε έτσι το σπίτι μου, βρε παιδάκι μου, ξέρεις, οι ρυθμοί της Αθήνας, δεν προλαβαίνεις τίποτα να κάνεις, μισό λεπτό έρχομαι, να ρίξω κάτι πάνω μου, δεν σε περίμενα, πως και πέρασες από δώ, ναι χαλάρωνα, ε σαββατοκύριακο είναι, καλά πάει η δουλειά, εσύ;


Εσύ έχεις περάσει στην λήθη λίγο πριν περάσεις από το σπίτι μου.

Που είναι ο χυμός μήλου μου; Δεν έχω κέφι να σου μιλήσω τώρα… με συγχωρείς, "και που λες χτες πέρασα τεεελεια με τον ……"


Δεν με νοιάζει με ποιον πέρασες τέλεια. Ούτε εσένα γιατί δεν πέρασες τέλεια αλλιώς δεν θα ‘βγαζες κιχ.


Δεν γράφω παρά για να θάψω ή να γεννήσω.

Κοιτάζω την εικόνα της κι ακόμη θέλω ενώ γύρω φυλλοροεί ο κόσμος μου. Άνθρωποι και βουνά καταποντίζονται.

Οι κρουνοί του αγέρωχου στέρεψαν, χαμηλώνω τα σίδερα. Πιο μικρό το κελί.

Θυμάμαι ναι, τον Άγιο Υάκινθο, κι αυτός κλεισμένος στην εικόνα του. Τα βράδια φεύγει, ξέρεις, βάφεται κόκκινος.


Και κατεβαίνει

Να ξεπλυθεί στο Λιβυκό.



Υ.Γ. Δεν υπάρχει τίποτα προς κατανόηση εδώ μέσα. Κυρίως δεν θά ‘πρεπε να είναι κατανοητά. Αρκεί μια φευγαλέα αίσθηση ελαφριά. Οι αποχρώσεις της ψυχής δεν είναι σωσίβια, ούτε οδηγοί επιβίωσης, ούτε δηλώσεις μετανοίας, ούτε ερωτικές εξομολογήσεις, ούτε αγώνες για ισότητα. Είναι θαλάσσια μπάνια για καχεκτικά παιδιά ίσως.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009






ένας μικρός χειμώνας ήταν κρυμμένος κάτω από το κέντρο της παλάμης.

τρία ανεκδιήγητα όνειρα έχουν ξεροσταλιάσει στην στάση του λεωφορείου

όσο και να ήθελε δεν ήταν δυνατόν να αποτινάξει τόσα φύκια από τα μαλλιά της.

όλο και πιο πολλά έμπλεκαν, όλο και πιο μικρά κομμάτια, όλο και πιο μέσα στο σγουρό.

όσο και να ήθελα δεν μπορούσα να απευθυνθώ σε κάποιον άλλον.

τα χρόνια σου είναι γεμάτα με τα φιλιά μου

Φίλησα τα 20, τα 30, τα 40, τα 41 όλες τις ηλικίες του σώματος καθώς άλλαζες στάση μές στον ύπνο σου.

σ' αρνιέμαι για να σ' αγαπώ σαν ερημίτης.

κι έπειτα από την έρημο κουβαλάω το νερό.

Διατρέχεις τις αρνήσεις μου και γδέρνεις το μέσα μέρος του κρανίου μου όταν πεισμώνεις.

Έρχομαι και ξαναφεύγω, παλινδρομική κίνηση του έρωτα.

Άσε τα φύκια να σε χαιδέψουν.

Μια μικρή κόρη σε λευκό σπίτι της Σίφνου μας κοιτάει γνωρίζοντας πως είναι να φιλιέσαι στο δρόμο για τον Σιδερά. Μειδιά στα αμύθητα πλούτη της, ξέρει το μέλλον, τα χέρια της είναι λευκά και λεπτοκαμωμένα και δεν θα πει ούτε λέξη.

Αλλά θα ευλογήσει σιωπηλά το δρομο μας.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009


Oι σκληρές αμαζόνες δεμένες στο άρμα των νόμων τους. Με την μακριά σκιά στο τελείωμα της μέρας, κλείνουν τον αιώνα τους φορώντας ρούχα φτιαγμένα από τις ίδιες, μας κοιτάνε με λύπηση για τα συνολάκια μας, τα άκοπα και τα άκαρπα, τα ελεύθερα και άναρχα.
Όμορφες. Αποχωρούν. Ήμουν εκεί.
Να παίζει το δοξάρι μιας λύρας πάνω στην καρδιά μου. Να με καρφώνει η ομορφιά του νησιού. Να βουτάω νύχτα στα νερά.
Ώσπου γύρισα για να βρεθώ σε αγκαλιές παραζάλης, σε δάκρυα που ποτίζουν χαμόγελα.
Γύρω ο κόσμος φαίνεται να βουλιάζει, να πνίγεται στο σάλιο του. Μέσα σε πλιάτσικα και σφαγές, με άρπαξαν απ' το σβέρκο σαν γατί τα τρυφερά λόγια.
Κι έτσι γλυκά...
ΚΛΕΙΣΤΟ ΛΟΓΩ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Κάποιες στιγμές το μόνο που θες να πεις είναι αυτό:

http://afroditealsalech.blogspot.com/2009/05/blog-post_24.html

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Ρίξε το αγκίστρι στα βαθιά, να το δαγκώσει ο πόθος.

κατα τας γραφάς, αλίμενε, κατά ριπάς

ελάνθανε η ομορφιά. Σφίγγεις τα χείλη στα φιλιά και εγώ στα ανοίγω

Στο χείλος του σφρίγους, το ποτήρι έσταξε.

Δεν ξέρω που βαδίζω και πάλι.


Γυναίκες πηγαινοέρχονται στην παραλία απόγευμα φθινοπώρου τυλιγμένες στο ελαφρύ σάλι τους. Περπατάνε και βάφει την παραλία το χρώμα τους.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Έπιασα να κεντήσω σπίθα βελονιά, το σχήμα της θηλής μου στα χείλη σου.
Άδικα που τα μάτωσα. Μα ευτυχώς δεν το κατάλαβες.

Έπειτα πήγα στο παρακάτω στενό κι ήταν μια λιακάδα κι ήθελα να μείνω εκεί αλλά με κυνηγούσαν κάτι όνειρα.

Η Κυριακή με αφήνει άφωνη. Κουρνιάζω μέσα της κι αφήνομαι.

Το επόμενο σώμα μου την έχει στημμένη. Πρέπει να ετοιμαστω. Έρχεται κι ας μην ξέρω το φύλο του, το χρώμα του, την γλώσσα του ή την μυρωδιά του.

Οι μέχρι τώρα επιθυμίες με εγκατέλειψαν και ξέρω πως είναι σαν τα μικρά παιδιά: αν τα ακούς να είναι ήσυχα για πολλή ώρα, κάποια ζημιά έχουν εφεύρει πάλι.

Όποιος προλάβει και με αγγίξει τώρα, με κέρδισε.

Τώρα πριν πάλι πέσω στα κύματα ενάντια στην βλακεία, την βία και τον πόνο.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Αντί για κύριε ελέησον ονόματα εραστών



Και το πρωί ευωδιάζουν τα σώματα που θυμάμαι να αγάπησα.

Λες κι όλα έχουν τελειώσει: Αχαρτογράφητη ήπειρος που σκότωσε τους εξερευνητές.

Μένουν μόνο δάχτυλα κι ονόματα.

Μονολογώ και γλείφω κάκτους κι όμως μένω αναίμακτη.



Θα μείνω εδώ να λέω ονόματα.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Aγαπημένε μου,
χωρίς να ξέρω ξεκινάω να γράψω. Γνωρίζοντας την κατάληξη των ερώτων δεν τολμώ να σου πω το ψέμα τους. Σε κοιτάω κι ονειρεύομαι αγκαλιές αιωνόβιες αλλά ποιος ο λόγος να στο ζητήσω;
Ένα γυμνό νεκρό σώμα προσκυνάμε απόψε. Δεν θέλω, είπα, δεν θέλω. Δεν θέλω να σε προδώσω με το πρώτο φύσημα του αγέρα. Κι είμαι έτοιμη. Έτσι κρατάω το στόμα μου κλειστό κι εσύ κάνεις πως είσαι τυφλός και πως καταλαβαίνεις τον κόσμο μόνο με την αφή. Καλά κάνεις. Να μην σου πω τρυφερά λόγια, να μην παραδωθώ στα χάδια, να μην προτείνω ένα άγγιγμα. Πάει ένας μήνας σχεδόν που συγκρίνω ασυναίσθητα τους πάντες μαζί σου. Κι όλο λέω θα μου περάσει.
Κι εσύ αυτό θα σκέφτεσαι: θα μου περάσει. Φεύγω αύριο. Πες μου καλό ταξίδι και λήθη.

Κάποιες φορές έρχονται άνθρωποι από παλιά. Τον κοίταξα κι αναρωτήθηκα αν ήμουν ο ίδιος άνθρωπος όταν με άγγιζε το δέρμα του, όχι όμως αποκλείεται να είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Για την ακρίβεια, δεν μπορώ καθόλου να θυμηθώ ποια ήμουν τότε και για ποιους λόγους τον άφηνα να με αγγίζει. Οπότε δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος, αλλά γιατί εκείνος με γνωρίζει και γιατί έρχεται καταπάνω μου διεκδικώντας ένα φιλί στο μάγουλο εκεί και τότε. Αφού δεν είμαι η ίδια. Αυτή ήταν η τύχη ενός από τους ανθρώπους μου κάποτε φιλιόμουν. Οπότε αν έχω πέσει τόσο έξω στο ποιους φίλαγα και στο ποιους επιθυμούσα, με τι μούτρα να σου πω ότι σε θέλω.

Κι είμαι και μεγάλη πια για να κάνω το χελιδονάκι θα γενώ να πέσω στην αυλή σου.

Ευχήσου μου λήθη.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο αδερφές: Η Ομορφιά που ήταν μουγγή και η Επιθυμία που ήταν τυφλή. Είχαν αγαπήσει τον ίδιο νέο και η μητέρα τους, όταν κατάλαβε τί είχε συμβεί πήγε αμέσως στο μαγαζί του νεαρού για να δει τι μπορεί να κάνει. Ο νέος είχε ένα μαγαζί με βότανα κάτω από την Ακρόπολη, μπαίνει μέσα η μητερα τους.
- Ψάχνω το βοτάνι της αλήθειας.
- Κατάλαβα, της λέει. Όμως πρέπει να μου πεις ποιανού είναι η αλήθεια για να σου δώσω το βότανο που θα φανερώσει την δική του αλήθεια.
- Της δικιά σου, απαντάει η μητέρα και τότε ο νέος κατάλαβε ότι τα πράγματα ήταν σκούρα.

Για να καταλάβεις καλύτερα του λέει τότε εκείνη, θα σου πω μια ιστορία: Έχω δύο κόρες την Ομορφιά και την Επιθυμία. Όποιος βλέπει την πρώτη θαμπώνεται τόσο από την μορφή της, που δεν έχει λόγια να μιλήσει αλλά ακόμη κι όταν της μιλήσει, εκείνη μένει αμίλητη και τον κοιτάει με μεγάλα της μάτια χωρίς να μπορεί να απαντήσει γιατί είναι μουγγή. Όποιος βλέπει την άλλη μου κόρη, νιώθει αμέσως τα σωθικά του να καίγονται, πεταλούδες να γυρίζουν γύρω του, το σώμα του μουδιάζει λες και μυρίζει νερατζιές και ψάχνει με το βλέμμα του να συναντήσει το δικό της για να της δείξει πόσο την θέλει. Μάταια όμως, η κόρη μου είναι τυφλή και δεν μπορεί να τον δει. Μόνο αν την αγγίξει μπορεί να της δείξει την αγάπη του.
Η άλλη βλέπει αλλά δεν μπορεί να μιλήσει, τα μάτια της ανταμώνουν με τα μάτια του αγαπημένου της αλλά δεν μπορεί να του πει πόσο τον αγαπάει. Μόνο το άγγιγμα της γιατρεύει το "μου έλειψες".

Οι δυο μου κόρες, όμορφε νεαρέ, αγαπάνε εσένα όπως ήδη ξέρεις. Και να το ξέρεις πως όποια και να διαλέξεις δεν θα στην δώσω αν δεν βρεθεί γαμπρός και για την άλλη.

Γιατί αν η τυφλή Επιθυμία μείνει μόνη της, θα καταρραστεί την Ομορφιά και θα ασχημύνει

Και άν η μουγγή Ομορφιά μείνει μόνη της, θα αφορίσει την Επιθυμία και δεν θα σε ποθεί πια.

Ετσι που σε συμβουλεύω να διαλέξεις ποια θέλεις στην ζωή σου και να περιμένεις μέχρι να βρεθεί νέος ταιριαστός για την άλλη.



Ο νέος μπερδεύτηκε πολύ κι έβαλε τα κλάμματα. Εκλαψε τόσο πολύ που τα μάτια του έχασαν το φως τους. Έτσι τυφλός πήρε έναν φίλο του για οδηγό και πήγε στο σπίτι της Ομορφιάς και της Επιθυμίας. Του άνοιξε την πόρτα η Ομορφιά αλλά δεν μπορούσε να την δει. Τότε ήρθε στο κατώφλι η Επιθυμία και τον άγγιξε στον ώμο. Εκείνος γύρισε και την αγκάλιασε κι από τότε δεν έχει καταφέρει να χωρίσει από εκείνην. Ενώ ο φίλος του που τον οδήγησε ως εκεί κοιτάει ακόμα ερωτευμένος την γυναίκα του την Ομορφιά.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Ήρθε το καλοκαίρι και κατέβηκε ως την παραλία. Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού, την άφησε ανοιχτή να φύγει η κλεισούρα και σιγά σιγά ξεκίνησε να βγάζει τραπεζάκια έξω πάνω στην άμμο. Έπειτα καθάρισε όσα βλέπει η πεθερά κι άναψε τσιγαράκι περιμένοντας τις πρώτες προμήθειες. Η αμμουδιά ήταν άδεια, εντελώς. Μια βουτιά και ύπνος κάτω από το δέντρο.






Είχαν ξεσπάσει πόλεμοι την προηγούμενοι μέρα, είχε ακούσει για κάτι νεροποντές στο Βορρά που κατέστρεψαν ολόκληρες πόλεις. Αναρωτήθηκε εάν αυτό που τους τσαμπουνάγανε όλο το χειμώνα περί οικονομικής κρίσης θα είχε κάποια επίπτωση στην ταβέρνα. Μπα, σκέφτηκε. Εμείς έχουμε μαιμού οικονομία, οπότε θα έχουμε και μαιμού κρίση.


Ξάπλωσε γυμνός πάνω στην άμμο, κι έχωσε για λίγο το πρόσωπο μέσα στους καυτή σκόνη της. Τα κύματα έφταναν ως τα πέλματα, γλώσσες δροσερές.

Ο πολιτισμός της εικόνας τον εμπόδιζε να σκεφτεί παραπάνω. Θα έρθουν και πάλι κορμιά στην ακτή, θα κοιτάζονται, δεν θα τους νοιάζει τίποτα, πέρα από την εφήμερη εικόνα τους, για μέρες ολόκληρες δεν θα κάνουν τίποτα άλλο από το να παίζουν με την εικόνα τους και τις εικόνες του άλλου. Διακοπές λέει.


Τουλάχιστον εκείνος είχε κάτι να κάνει μέσα σε όλο αυτό το νωχελικό σύννεφο ανθρώπων που μαζεύονταν. Δούλευε, λέει.

Στην πραγματικότητα διευθετούσε τις ματιές των εφήβων που ερωτεύονταν στην παραλία κάτω από την μύτη των γυμνών γονιών τους.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

πωλειται

Mήπως ν' αρχίσει να γράφει και κανας άλλος;



ΠΩΛΕΙΤΑΙ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΛΟΓΩ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Η τρελλα

Aπό το Σάββατο είχε αρχίσει να χάνει το μυαλό του.
Την Τρίτη οι φίλοι του τον έχασαν πια. Η σκέψη του είχε φύγει, τα χέρια του έπιαναν τα μαχαίρια, κάποια ουσία έλειπε από το σώμα του, δεν ήταν πια αυτός. Έκαναν ό,τι μπορούσαν, πήγαν σε γραμματείς και φαρισαίους, εισαγγελείς, ένα μαγικό χαρτί που θα επιτρέψει στους Αρμόδιους να του φορεσουν τα βραχιολια. Να του δώσουν μετά φάρμακα έλπιζαν... Αστεία πράγματα. Το μαγικό χαρτάκι και τα ανθρωπάκια με την στολή μόλις είδαν το μαχαίρι να αστράφτει, έκαναν μεταβολή κι εμπρός μαρς.
Τον άφησαν να αλωνίσει όλη την επόμενη μέρα λοιπόν. Τρελλό, με τις πληγές του μυαλού του να πληγώνουν πάνω από δέκα τυχαίους ανθρώπους, πεζούς, με μοτοσυκλέτες ή αμάξια.
Κι αφού πια είχε διαγράψει την τροχιά, άθελά του εκδικούμενος, τον μάζεψαν με την συνδρομή ενός ολόκληρου στρατού.
Όχι τίποτα άλλο, απλά κουράστηκε να τρέχει σαν τρελλός. Που έτσι κι αλλιώς ήταν. Και το είπε ο έρημος, από το Σάββατο: το μυαλό μου δεν είναι καλά. Το είπε.

Τρέμω ακόμη. Εγώ δεν τον είχα γνωρίσει. Αλλά όσοι τον ήξεραν έμειναν άναυδοι: Αυτό το ευγενικό παιδι!;;;

Ας κρυφτούμε λίγο ακόμη πίσω από λογοτεχνίζουσες εκφράσεις και μεταφορές. Αλλιώς δεν αντέχεται.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Τυχαία συνάντηση.

Στις τυχαίες συναντήσεις είμαστε ανυπεράσπιστοι.



Ακούω το όνομά μου στην Κοραή. Γυρίζω κι ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, φέρομαι φυσιολογικά μα σέρνομαι στα αγκάθια. Με έχει αρπάξει η επιθυμία και είναι έτοιμη να με ρίξει στα βαθιά. Ώσπου θυμάμαι ότι δεν θα αντέξω αν μείνω, μαζεύω τα σωθικά μου από τον πεζόδρομο, μονολογώ σαν από το ανέκδοτό "καλά που δεν πάθαμε και τίποτα" και φεύγω τρέχοντας, Τρέχοντας.



Με ευγενικές φράσεις πάντα.



Στο γυρισμό προς το σπίτι θυμήθηκα ότι την στιγμή αυτή την είχα ξαναζήσει ένα χρόνο πριν στον ύπνο μου, στο όνειρο που την έψαχνα στο Βερολίνο.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Ο πολιτισμός του ανώδυνου

Στις πόλεις του ανώδυνου, δεν καρποφόρησε βράχος
δεν μαυροφόρεσε ο βρόγχος.

Κι έτσι οι φασίστες ακολουθώντας πανάρχαιες τελετές παίζουν τον μακάβριο ρόλο τους.

Στην λατρεία του εαυτού, οι ψυχίατροι ιερουργούν (εν αγνοία).

Και αν δεν με είχε αγαπήσει εκείνος, εγώ πως θα σε αγάπαγα;

Τον αγαπησα τοσο που εγινα εκεινος. Και αλλαξα πλευρό. Τωρα ισως και να το καταλαβαινω. Με αγαπησε τοσο που οταν εγινα εκεινος δεν μου εφτανε να αγαπω τον εαυτο μου . Εκτοτε ψαχνω να χαρισω τις βαριες του ανασες και τα λαχανιασμενα σ' αγαπω. Η αλλιως μπορει και να ειναι ομοφοβικες ερμηνειες μιας αργοπορημενης ελευθεριας. Απεγκλωβισμου και διαχειρισης για να χρησιμοποιησω λιγο πιο τρεντυ ορους.

Από ποιον θα μάθαινα τον ρυθμό του πόθου;

Έχουν ευδοκιμήσει στο σώμα μου μανταρινιές και ρίγη.

Τα μαύρα ρούχα : χιόνι της αγρανάπαυσης.

Ουδόλως η λογική επαρκεί... είναι λιγική και λιγωμένη πάντα για το πέρα από αυτή.

Όσους η γραφή ευλόγησε, άνθρωπος μη χαριζέτω.

Είπα και ξανάπα.

Κάποτε στην Κάρπαθο, ένας άγγελος γύρω στα 60 που μικρόδειχνε με φιλοξένησε όταν ήμουν απόλυτα ξένη. Μου τον θύμισες gremii και θα του στείλω ένα ευχαριστώ για την φιλοξενία.

Ο κόσμος είναι χαομένος προ πολλού και μ' αρέσει.

Θυμήθηκα γιατί ερωτεύτηκα ένα συρματόπλεγμα. Δεν ήταν μόνο απλά μαζοχισμός. Ήταν αντίδραση στον πολιτισμό του ανώδυνου. Αν θυμάσαι αταίριαστο πιτζαμάκι με χυμό από ρόδι.

Που τελικά με διάβρωσε ως το κόκκαλο, ας μου καταλογιστεί και το σημερινό χαμόγελο. :)

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Tο πένθος είναι το τελευταίο δώρο του νεκρού προς εμάς.

Το "εμάς" επίσης.

Ο θάνατος την παραφύλαγε στις τέσσερις γωνιές του ταβανιού αλλά του παραδόθηκε γλυκά με σώμα αποστεωμένο, όσο της τράβαγε το σκοινί, τόσο εκείνη λάσκα. Έτσι εκείνος κουτρουβαλιαστηκε χωρίς κόντρα κι εκείνη πέταξε χωρίς δεσμά.

Διάλεξε να μην είμαι εκεί όταν έφευγε. Κάποτε θα μάθω γιατί.

Στο μεταξύ μίλια μακριά γνώριζα την Βίτα σε γιαπωνέζικο εστιατόριο των Βρυξελλών.

Αδημονούσα να μάθω τι λέει αυτό το σταυρόλεξο μέχρι που παραδόθηκα κι εγώ στους ανέμους. Αποδέχθηκα την εξορία.

Και τα πράγματα βρίσκουν την θέση τους, αναμοχλεύονται μέσα στην λάβα ώσπου να κρυώσουν.

ο ΈΡΩΣ κάπου κρύβεται.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009


ΕΦΥΓΕ
Με όλα τα μέσα...

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Mόνο το φως να χάριζα
πριν υποκύψω στις σκόνες.
Ένας μικρός υπέροχος κόσμος.

Πιο κοντά δεν γίνεται.
Σκηνικά απείρου κάλλους. Γιαγιά κατάκοιτη και δυο εγγονές που πιάνουν τα τριάντα να διαβάζουν όλες μαζί εφημερίδες.
Ευχέλαια, να διαβάσεις τον απόστολο, τα κεριά καίγονται κυκλικά καρφωμένα στο ψωμί τραβώντας την κατιούσα καθώς ανάβονταν με διαφορά χρόνου ένα ευαγγέλιο.

Ο χρόνος μου βρίσκεται όλος στο νησί. Με περιμένει κάθε φορά που έρχομαι, κρυμμένος στο παιδικό δωμάτιο, τότε που έβριζα την μοναξιά.

Οι εικόνες του ύπνου με την διαύγεια της ημέρας μετά την βροχή. Το νησί καταπράσινο. Έχω ένα βασίλειο και μένω στην καλύβα για να 'μαι ελεύθερη.

Αλήθεια μού 'πεφτε βαρύ το στέμμα.

Τόση δυστυχία που έβλεπα και δεν τόλμαγα να σας μιλήσω γιατί ήταν ύβρις. Έρχονται τα παιδιά που έχουν ζήσει μόνο πόλεμο και το διαβάζω στην κίνηση του σώματός τους, στην αίσθηση του κενού, στα μάτια τους αλλά κι έτσι καμμένοι η τέφρα της ψυχής τους θα μας κάνει όλους σύσταχτους και δεν αφήσει κανέναν απέξω.

Η βία γραμμένη στο αίμα μας. Πως θα ορίσουμε την ειρήνευση χωρίς την ανάγκη της αληθινής βίας; Η προσομοιώσεις είναι μια λύση.

Περνάω τα βράδια μου προσπαθώντας να λύσω τον γρίφο του πολέμου. Και καταλήγω στην αγάπη του ξένου. Κατατάχτε με στους γραφικούς ή γριφικούς.

Υπόσχομαι πως κάποτε οι ιστορίες που μου λενε θα αναπαραχθούν ως τους αρμόζει μέχρι να δικαιωθούν.

Κι η αγάπη μου τότε θα με αγκαλιάσει όπως ποτέ. Και θα ευτυχήσει έστω για λίγο.

Μέχρι τότε η βλακεία είναι ανίκητη κι ο μπομπ ο σφουγγαράκης είναι κυβερνήτης του κόσμου.

Επίσης ονειρεύτηκα ότι γέννησα το παιδί του Ομπαμα, είναι σοβαρή η κατάστασή γιατρε;

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Σήμερα δεν σου αρέσει η Δανάη.

ήξερα ότι θα μου στερήσεις το φως μου.

Με ένα μαχαίρι στην κοιλιά, που θα ρουφήξει τα τρία τελευταία βλέμματα.

Παρόλα αυτά κάθισα ήσυχη. Κι έγραψα για άλλη μια φορά την ίδια φράση, αυτήν που επαναλαμβάνω από γεννήσεώς μου.

Έτσι σας παραπέμπω τον θυμό όπως τον βρήκα, ρακένδυτο και μεθυσμένο ζητιάνο. Δεν τον ελέησα και δεν με ευλόγησε.

Νομίζατε ότι η ταχύτητα δεν θα σας καταπιεί; Η μόνη αντίσταση είναι η μουσική.


Πες ρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ. Πόσον καιρό είχες να γαργαλήσεις την άκρη της γλώσσας; Χαμογέλα, άντε, δεν το κλέβεις κανενός το χαμόγελο.

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

Το τραγούδι που θα κλείσει την μέρα. Δανάη Παναγιωτοπούλου.

Το μπάλωμα για σήμερα. Τραγουδαω. Ακουγομαι; Ενα δυο.
Να το:

Ιλιγγος

Με πιάνει μαύρος ίλιγγος στα πόδια σου πριν πέσω
και λύνω τα κορδόνια μου να μοιάζουν με φτερά.
Του πανικού τεχνάσματα μα θέλω να σ' αρέσω
Έλα μια βόλτα στα χαλάσματα, έχω ζευγάρι δεκανίκια
εφεδρικά.

Βαρέθηκα να πολεμώ τους άσσους στα μανίκια
Τα νιάτα μου πεινάσανε και άστοχα χτυπάν
Μα απ' τις παγίδες τρέφομαι σαν όλα τα ποντίκια
Με κάτι αγρίμια ξενιτεύομαι
κι ας ξέρουν μόνο πίσω πως
να μην γυρνάν

Τώρα τα χάδια σου μου λεν "καθένας το σταυρό του"
Με στόμα επιδέξιο ρουφάς την μοναξιά
Αύριο θα παίξουμε ξανά το γυρισμό του ασώτου
Κάποια Αριάδνη σε κοιτά
με μια κλωστή σε δένει και
μας κυβερνά


Το δάχτυλό μου στην πληγή μα ακόμα δεν πιστεύω
Νηφάλια και παράλογη η γη που περπατώ
απ΄την πηγή που ξεδιψάς όλο σταγόνες κλέβω
Κάνε ξανά πως δεν κοιτάς
Μόνο για σένα είπες κάνω
το χαζό

http://www.youtube.com/watch?v=QhuTTKWDj_c

Υ. Γ. Μπουρδολογίας απάντηση που πήρα: "Μη μου τα λές αυτά γιατί τσατίζομαι"
Γιατί τσατίζεσαι; "Έτσι. Γιατί θεωρώ ότι σε αυτό μπορώ να είμαι χρήσιμη στον κόσμο. Μπορώ να συνεισφέρω την τσατίλα μου."

Κι είχε δίκιο.

Η μήπως το ΄χω χάσει τελείως; πείτε κάτι αυτή τη φορά.

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Φοβάμαι να κουνηθώ μήπως και ξεβολέψω την ευτυχία.


Λες κι είναι η τελευταία ευτυχισμένη μέρα του κόσμου.


Λες κι αύριο θα γίνει σεισμός.


Έρωτες μέσα στην βροχή και μάρτυρας των ονείρων στην σιωπή του απόβροχου.


Αγκαλιές σφραγισμένες.


Α - Σφαλισμένα χείλη







Είδα τα σφραγισμένα χείλη χτες: με κατέκλυσαν. Βγήκαν τα φαντάσματα (η πρώτη αγάπη, το σώμα μου άγαλμα στα χέρια του, ο χορος, τα τραγουδια που με ψαχνουν) και με πήρανε στο κυνήγι. Και πάλι εκείνη ήταν εκεί.


Ο Πάβιτς ξαναμοιράζει την τράπουλα του ύπνου μου.


Δυο ρυθμοί: γρήγορη η βροχή, αργή η ανάσα.


Έχοντας το αντίβαρο που θα με τραβήξει έξω από το πηγάδι.....Βουτάω στο παρελθόν.


Της πρώτης αγάπης μου την αδελφή την συνάντησα πριν από 1 μήνα σε πτήση από Ευρώπη. Με κοίταξε, την κοίταξα, ίσως με γνώρισε, ίσως την γνώρισα. Δεν μιλήσαμε. Τι να πω. Εκείνη δεν μου μιλάει χρόνια τώρα, τι να μου πει η αδελφή της. Κι εγώ να της πω; Πως τελικά την είχα ερωτευτεί στα δεκατέσσερα γιατί ερωτεύομαι γυναίκες; Και πως τότε δεν ήξερα τι μου συνέβαινε (και φυσικά για αυτό δεν ήξερα και να το κρύψω). Να την έπαιρνα τηλέφωνο να δω τι κάνει; Εγωιστικό. Θα της θυμίσω πικρές για αυτήν εποχές (μια κλειστή κοινωνία να την κοιτάει - αυτήν την ξένη έτσι κι αλλιώς - περίεργα και διεστραμμένα, να την κατηγορεί στην ουσία, επειδή εγώ την είχα ερωτευτεί). Τι νόημα θά 'χε για αυτήν η αλήθεια; Ίσως να με μισήσει κιόλας. Όχι πως θα με πείραζε πια.

Παλιές αγάπες. Δεν θα ξεφύγουμε ποτέ.


Νέες σφαγές. Δεν θα ξεφύγουμε ποτέ.
Και ξαναλέω: ευτυχία είναι να μπορείς να καθαρίσεις την μια σταγόνα καφέ που χύθηκε στο γραφείο ενώ εκείνη κοιμάται μέσα. Κι έπειτα πιεις την τελευταία γουλιά του.


Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Για μια μέρα έκλεισαν τα φώτα. Και στάθηκα στο σκοτάδι κι ήταν όμορφα. Τώρα πάλι όσα λέω ζυγίζονται στα μάτια σας. Ας είναι κι ας το ζήσω. Όπως κάθε αποτυχία.

Ταξιδεψα στα χιόνια πριν κάτι μέρες και δεν το αλλάζω με τίποτα. Από κει μια γατούλα υπό το μηδέν σε ένα ποδήλατο... Να βρίσκομαι μόνη σε μια πόλη που δεν έχω ξαναβρεθεί, όλες οι εικόνες άγνωστες, μια ζαλάδα από το νέο, μια γλυκειά μαστούρα που είχα να ζήσω από την Ισπανία και που θα κυνηγάω τα επόμενα χρόνια. Δεν υπάρχει τελικά κάτι που να συγκρίνεται με το ΤΑΞΙΔΙ. Όσα μαθαίνεις σε ένα ταξίδι ΜΟΝΟΣ σε άγνωστο τόπο είναι ντόπα τρελλή, πανεπιστήμιο εξαετούς φοίτησης και μάσκα οξυγόνου προς τις ρατσιστικές προεκτάσεις του εαυτού μας που όσο, αν θέλουμε να είμαστε πολίτικαλυ κορέκτ... ε ας τις παραδεχτούμε, μπας και τις κάνουμε ζάφτι.

Πρόβατε σε ευχαριστώ για το ξέχεσμα το είχα ανάγκη.

Κι αγαπημένη μου παλιά με ξεχνάς και σε ξεχνάω αλλά δεν θα την γλιτώσουμε την συνάντηση.
Μεγάλα χαμόγελα αδημονούν να εγκατασταθούν στα χείλη σου και να κοροιδέψουν την λύπη σου μέχρι δακρύων. Έτσι κι αλλιώς εγώ έχω βρει ίσκιο κι άπανεμο κορμί. Γείρε κι εσύ. Έλα πέσε.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

ουφ επιτελους μόνη.

Mια μέρα κλείστηκα μέσα.
Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν ίδιοι κι άλλοι που μεταλλάσσονται ανάλογα με τα μάτια όσων τους κοιτάνε. Εγώ είμαι από τους δεύτερους.
Κι έτσι έγινα ιδιώτης και δεν με νοιάζει καθόλου.
Είδα το βαλς με τον μπασίρ..... Βγαίνοντας από την αίθουσα μου φάνηκε σαν να ζούσα στον Λίβανο λίγο πριν τις σφαγές. Σαν να τις μυριζόμουν στον αέρα και να μαι ανήμπορη να κάνω κάτι για να τις αποτρέψω. Η χαρτορίχτρα η Αμινά.

Η τελευταία αγάπη στην Κωνσταντινούπολη μου χάρισε την μεγάλη Αρκάνα. Σκόρπισα την τράπουλα στην θάλασσα και ξέρω πως το μέλλον είναι υπόθεση ζοφερή. Ας το νανουρίσουν τα σαράντα κύματα.

Μου έλειψαν οι παλιές αγάπες.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009



Να ξεχαστείς σαν των βουνων το περσινο το χιονι.

Υπ' αυτην την έννοια βούτηξα στην λήθη.

Επήγα και στον δρόμο έφτιαξα μια τράπουλα.

Έριχνα και ξανάριχνα τα φύλλα. Ευχαριστούσα τον συνταξιδιώτη μου.

Γύρναγα το κεφάλι σαν λέαινα που πληγωνεται και ξαμώνει να δει το βέλος.

Ή σαν διεισδυόμενη που γυρνάει να δει το πρόσωπο.

Η αυθαδεια μας απέναντι στους νεκρούς δεν θα συγχωρεθεί ποτέ.

Όυτως ή άλλως. Όπότε συνεχίστε. Ακόμα και της διαμαρτυρίας μας η αυθάδεια.

Δεν σε ενδιαφέρει άλλωστε το σωτήριο έτος.

Σκατά στον τάφο της αλληγορίας.

Κλεμμένο και δεν θυμάμαι κι από που.