Σάββατο, 31 Μαΐου 2008


Ένας πρώτος καφές γλυκός. Κι έπειτα ένας δεύτερος σκέτος.

Μια που δεν ήπιαμε μαζί καφέ.

Το νησί που κρύβω μέσα μου αναδύεται τις νύχτες, γυμνό και μαρμάρινο.

Όσοι με αγάπησαν, αφήσαν εκεί ανάσες.

Απολαμβάνω την απουσία σου, γιατί κι η έλλειψη στοιχειώνεται από αγάπη.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

υΒΡΕΙΣ φΡΕΣΚΕΣ

Είναι καιρός που to gremmi θέλω να το χω εδω κοντά γιατί πραγματικά κεντάει σταυροβελονιά και δεν το πιάνω απο πουθενά. Ελα καλωστο, ψυχαράκι μου, χαρωτοοο, που λενε και στο νησι μου κατι γιαγιαδες.
Η ευρηματικότητα της ύβρης, διευρύνει τους ορίζοντες. Αν μη τι άλλο.

Κατά τα άλλα μια στο καρφί και μια στο πέταλο. Τα πρόσωπα μονοπωλούν το ενδιαφέρον μου, οι λέξεις χλομιάζουν, μια αδιαόρατη ευτυχία κάθεται στα μαλλιά μου σαν πεταλούδα κι εγώ χαζεύω υπνωτισμένο. Ακόμα κι αν επέρχεται εγκατάλειψη, χαμογελώ ακόμη, χορτασμένη χάδια.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

Γράφε!

Και συνέβη το αναμενόμενο. Δεν μπορώ να γράψω γιατί φοβάμαι. Οπότε καταλήγω σε υπαινιγμούς.
Οπότε θα πρεπε να αντιγράψω το αλάτι από κέρατο ελαφιού γιατί είναι το μόνο που ταιριάζει.
Αλλά έπρεπε να είναι γνωστό πως κάθε σώμα σε φέρνει στο επόμενο. Πως κάθε άγγιγμα σε φέρνει στην επόμενη επιθυμία κοντά. Πως το τιμόνι το στρίβεις δεξιά και πάει αριστερά η βάρκα. Πως δεν σε αγάπησα ποτέ λιγότερο επειδή έδωσα το σώμα μου σε άλλες αγκαλιές. Πως γνωρίζουμε τον κόσμο με το δέρμα μας. Και θέλω να γνωρίσω τον κόσμο. Να ταξιδέψω. Για να ξέρω τι είναι η πατρίδα.
Ξέρω είναι όλα αυτά απλοικά. Ας είναι.
Η επιθυμία τους κουρνιάζει στο σώμα μου
Και με το σώμα διερμηνέα ζεσταίνω τα παγωμένα κομμάτια μου
στην επιθυμία τους.

Γυρνάνε γύρω μου όσοι αγάπησα με ρυθμούς ιλιγγιώδεις.
Κι εγώ γέρνω τους κλώνους μου στα πιο μακρινά.
Μέχρι που σήμερα μου κλέψαν τα λεφτά.
Για να μου υπενθυμίσουν πως ο ίλιγγος φέρνει πτώση.

Είναι αργά.... Νάνι. Μόνη.

Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

Μανταρινάδες για τους έρωτες.


Απόψε δεν σε αγκάλιασα, τα αγκύλια σου ανοιγμένα.
Γλυκειά η φωνή σου χάιδεψε, όσα η ψυχή έχει ξεχασμένα.

Μου το παν πως σε είδανε με βλέφαρα κλεισμένα
Μου το παν πως σε είδανε και έμοιαζες σε μένα.


Ένα βράδυ, δυο βράδια, δυο κορμιά με κράτησαν.
Είμαι η μια η μικρή η φωτεινή.
Την πιο πολύ που αγάπησα την έχω αποκλεισμένη.

Ελεύθερη γυρνώ, μοιράζω σώμα. Λάβετε, φάγετε.
Ένα τανγκο ήθελα απόψε.
Αλλά όσα σκόρπισα πρέπει τώρα να μαζέψω.


Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Μαροκο.

Μάτια που καίνε ένα ήρεμο παράπονο. Ένα ψηλό παληκάρι είκοσι χρονών, όμορφο πρόσωπο, μακριά σχεδόν γυναικεία δάχτυλα με ευγενικές καμπύλες στα νύχια. Κάθεται με τα πέλματα τυλιγμένα μέσα σε γάζες....και μισά. Κρυοπαγήματα από το περπάτημα μέχρι την χώρα μου. Δεν έχει πλέον δάχτυλα, το πέλμα δεν τον κραταει, χρειάζεται μπαστούνι.
Έχει τέσσερα μικρά αδέλφια και ήρθε για να δουλέψει, λέει. "Οι γιατροί είπαν για τρεις μήνες να μην δουλέψω". Και όσο η καλοσύνη και το παιδικό παράπονο στο βλέμμα του με πονάνε, δεν φανταζομαι τον πιο μεγάλο καημό του: "Δεν έχω πει ακόμα στην μάνα μου για αυτό (και δείχνει τα ποδια του). Έχει καρδιά και φοβάμαι." Μου το λέει ο διερμηνέας, μα πριν το μεταφράσει το έχω διαβάσει στα μάτια του.


Και τώρα; Τι νουμερο παπούτσια φοράει;

Κι αντί να κλάψω, γέλασα. Δυνατά και με λυγμούς.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Αναφερομαι

Σκόνταψα κι έπεσα. Κι ήταν βαθιά κι έκανα καιρό να ξανάρθω. Σας γράφω από ένα σπιτι που βρωμάει εγκατάλειψη. Θα το γυαλίσω κάποτε, όταν αυτοί που θα 'ναι μες στο σπίτι θα μου είναι πιο σημαντικοί από τους απέξω.

Το κορίτσι, σχεδόν γιγαντόσωμο για την ηλικία του από το απέναντι μπαλκόνι με ρωτάει: "Που είναι το παιδί σου; Δεν έχεις παιδί; " . Τελεία.

Δεν πολυμπαίνω εδώ μέσα. Μόνο για ύπνο και για να σας γράψω. Τα χάδια έχουν πιάσει σκόνη. Μα θέλει κι η σκόνη το χάδι της.

Όλο βλακείες. Λέω να αρχίσω και τίποτα καλύτερο από τούτο το παράπονο. (το επονομαζόμενο και μίρλα) Ξαναδιάβαζω και μου φαίνομαι όλη ένα παραπονεμένο blog.

Σώπα πουλάκι μου. Θα το πιάσεις πάλι από την αρχή.

Κι εκείνο το φριχτό πρωινό που ο κόσμος ήταν σε απόσταση 4 μέτρων και περίμενε να σε ακούσει κι εσύ έχασες τον κόσμο. Ξαφνικά όλοι ξεμάκρυναν και διαλύθηκε σε ένα αχνό φως το ακροατήριο. Οι λέξεις από τις οποίες θα γαντζωνόμουν για να κρατηθώ έχουν εξαφανιστεί. Κι έτσι.............ουπς. Έπεσα.

Κι ήταν βαθιά κι έκανα καιρό να ξανάρθω.

Και δεν είχε εικόνες να σας φέρω από κει που ήρθα. Μόνο κάτι ξεθωριασμένες λιμνοθάλασσες και είπα να μην πάρω. Κάνω οικονομία τώρα για να σας φέρω μια τυρκουαζ γυαλιστερή παραλία!

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Για την τρυφερότητα των κυνικών ήπια χτες.
Άσωτες κόρες και εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόντες υιοί.
Που πίσω απ' τους κυνόδοντες κείτονται ανεμώνες σε λιβάδια ντροπής για το χάδι.
Αρνήθηκα τον κυνισμό κι έμεινα γυμνή. Νεκρικά αναμάρτητη.
Καν νεκρός ωράθης... των κενταύρων η γη θα σε νέμεται: εσύ επιθυμία μισή!

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Ετούτο το ανάστροφο χιόνι,
ιπτάμενο να μας θυμίζει πως ερωτεύονται τα δέντρα,
ανήμπορα, ακίνητα,
με όλα τα κλαδιά προς ουρανό,
καταπίνουμε ή μάλλον ανασαίνουμε το σπέρμα τους.
Ανοιξη.

Σέρνεις τις ανάσες σου σε κοντινό μεζεδοπωλείο,
Χορεύεις έπειτα για το μάταιο των ματιών της
κι είναι απέναντι.

Δεν αγαπώ, δεν λυγίζω.
Δεν δίνομαι, δεν σπάω,
Δεν επιθυμώ, (τάχαμου).