Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Ήταν μεσημέρι και έκλαιγε. Οι γονείς την είχαν βάλει για ύπνο μετά από έναν γερό καυγά μεταξύ τους. Η  μητέρα έπλενε τα πιάτα και ο πατέρας είχε εξαφανιστεί.
Ανήμπορη να αντιδράσει στα πιάτα που έσπαγαν μπροστά στα μάτια της, κρυμμένη κάτω από το τραπέζι. Πήγε κι έκανε κρυφά εμετό. Δεν την κατάλαβαν απασχολημένοι με τον καυγά τους. Πείναγε τώρα, αλλά δεν τόλμαγε να ζητήσει άλλο φαί. Μήπως και ξεσπάσει πάνω της όλος ο θυμός που είχε μαζέψει απο τον καυγά η μητέρα.
Την άλλη μέρα πήγε σχολείο, καυγάδισε με την μισή τάξη, κατάφερε να βγει λάδι στους δασκάλους, να τιμωρηθούν τέσσερις συμμαθήτριές της και να πάρουν αδικαιολόγητη απουσία άλλοι τρεις.
Επίσης μάζεψε από τον δρόμο ένα αδέσποτο και σκυλί, το πήγε σε ένα άδειο οικόπεδο, σχετικά κοντά στο σπίτι της. Όλο το απόγευμα το πέρναγε μαζί με το σκύλο κρυφά απο τους γονείς. 

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Για μια στιγμή



Ευφράτης. 
Με κυνηγούν οι ομορφιές. 
Και πέρασα να σας το πω. 


μου δίνονται οι γρίφοι. 
σας δίνω το θραύσμα


Πιστεύω στη λέξη
στο βλέμμα,
στον χρόνο που έχω την τύχη, 
κι ευγνωμονώ τον κόσμο 


οι φίλοι, τα δέντρα
των φύλων τα κέντρα


Αν έσφαλα που δίνομαι
γράφτο. 


Δεν θέλω τίποτα άλλο. 


Περιστρέφω τον κισσό μου απάνω σου,
"Η ηδονή απ' τα μάτια" ονειρεύτηκες.


Να το λοιπόν εκείνο που ίσως έγραφες στον ύπνο σου. 

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

ΚΑΙΡΟΣ

Ούτε ένας ούτε δύο, οι μήνες τέσσερις. Πόσα να χωρέσουν. 

Ο κόσμος πια,  χρόνος πια. 

Τρέχουν όλα γύρω. Κυρίως ο κόσμος όμως. 

Ποιος ο λόγος να μιλάμε και να γράφουμε τόσο πολύ; Αρκεί να χαμογελάσεις με νόημα στους περαστικούς και να διατρέξεις την καρδιά τους. 

Το Σύνταγμα ανακινείται. 

Δεν έχει νόημα η οθόνη, είναι για λίγο...τόσο λίγο. 

Κι είστε τόσα ζευγάρια μάτια εκεί έξω. 

Δεν είναι ο χρόνος για να νανουρίζουμε τα κινητά μας τηλέφωνα.

Είναι για να κοιμόμαστε αγκαλιά. 

Δεν είναι οι οθόνες για να βαυκαλίζουμε τα παράπονα και να  κεντάμε ψιλοβελονιά τα τατουάζ. 

Εξω πια. ταπεινά και περήφανα. 

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011


Ο καφές σε απόσταση επτάμιση εκατοστών από τα πλήκτρα, το κύμα και τα αμάξια, πέρα η Τουρκία, η φωτογραφία από Μαστιχάρι, η αναχώρηση βέβαιη.

Η Σμυρνη πέρασε, η άνοιξη του Φεβρουαρίου στα νησιά. Κλαδί αμυγδαλιάς ήδη στο ποτήρι του κομοδίνου.

Α, ποιος νοιάζεται για το γράψιμο; λέω να κολυμπήσω...

Ορυκτό του κόσμου - εν Σμύρνη.

Άραχθος ρημάζει – Ρωγμές του ορυκτού.

Ράθυμοι αριθμοί των ερωμένων
Άρια της Μαρίας στο όριο του Ηρακλείου
Ρυθμοί του ρεύματος θαλασσίων υμένων
Αγροί ραδικόφυτοι στων ρακένδυτων το αβαείο

Τέρας επιτηρόν τον τρόμο σου
Ρήτορες μισθοφόροι στο παρόν σου
Εντός σου όρνια μαραίνονται
για να αρδευτεί το αρισμαρί του κόσμου

Μυρωδιές του αρρήτου σε ραγίζουν
Το ρίγος της ρίγανης, γαριάζει στην καρδιά σου
Φρύδια ολοφυρόμενα σε κάθε οργασμό
Δεν γυρνάς ολόγυρα, δεν γυρνώ στο πίσω.

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Τα σκυλάδικα.


Κι ένα βράδυ αλύχτισαν τα ήμερα. 
Τα σκυλάδικα φύλακες πιστοί της νύχτας. 
Περασε ο ήλιος 
η γούνα μου κρυώνει στον ίσκιο.  

 Όλες οι αφορμές όλες με γυροφέρνουν. 

Πτήση σε λίγες ώρες πάλι. 
Αλλού με το στυλό αλλού με τα ακροδάχτυλα. 

Κι ήταν ένα όμορφο πρωινό με ποδήλατα όταν είδα την γάτα με το σκύλο. Ήμουν ένα γελαστό ξανθό πέρασμα.
Μακριά πολύ μακριά από τις αποψινές βαλίτσες.

Όπου ακούω σκυλάδικα κι ευφραίνομαι στην στοιχειωμένη κουζίνα. 

Στο χαρτί είναι τα απόκρυφα, στα πλήκτρα οι κώδικες. Κοίτα τα μάτια μου μια στιγμή μόνο.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Άγκυρα αρόδο.

Το παρόν έπιασε λιμάνι απόψε. Τον κάβο άρπαξε το τσιγάρο στην Λάμπη, πίσω από θολά αρμυρίκια, μεγενθυμενα μπονζάι, στην ομίχλη της ολοήμερης βροχής και στην κοσμοχαλασιά που σε έφερε δίπλα μου να ευγνωμονώ το βλέμμα σου όταν φτάνει στην άκρη του ματιού και μυστηριωδώς με εισάγει στην συνενοχή του σκοτεινού σου γέλιου. Κι είναι το σκοτάδι αυτό αθώο σαν της μήτρας.

Άλλη μια μέρα που δεν θα ξεχάσω ότι ήρθες και περάσαμε μαζί την βροχή, τριγυρνώντας γύρω της όπως τα παιδιά παίζουν στα κύματα. Η αγαπημένη σου θλίψη έχει μάθει να σε στηρίζει όταν πρέπει. Παίρνω μαθήματα απ΄την καλή κι απ' την ανάποδη. Την μέρα που οι προσευχές με εγκατέλειψαν και έμειναν μόνο οι ευχές αγαπημένων.

Αύριο αύριο ....ταξιδεύω πάλι και να σαι καλά που φύλαξες το σκαρί μου σε αυτήν την βροχή να μην μπατάρει.



Το τσιγάρο σου, το δέντρο που αρνιότανε να σου χαρίσει την εικόνα του, οι σιωπές σου. Το μισοτραγούδημα. Σε ευχαριστώ φίλε.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011









Βόλτα στην ακτή. Το πρώτο βήμα. Η θάλασσα. Σπασμοί ομορφιάς.
Η χρονιά που λύγισα τον βλεμμα του τίγρη και τον κοίμησα στο κρεβάτι μου.

Έρχονται τα άλογα τώρα. Θα τρέξουμε όλοι. Κι όσοι αγάπησα χτίζουν την καρδιά τους και κουβαλάω την λάσπη από το κορμί στο γιαπί.

Σε ποιον να πω αλήθεια και σε ποιον ψέματα. Τα καμπανάκια στο καπέλο μου τα λένε όλα. Ο γελωτοποιός του βασιλιά της σκόνης. Όταν βγάζει το καπέλο βάζει τα ρούχα της νένας της Αρετούσας. Και παίρνει αγκαλιά την μικρή ερωτευμένη. Και στέλνει ραβασάκι στον καλό της (αυτόν τον αγαπητικό της νενας θέλω να γνωρίσω) πως απόψε δεν θα πάει να τον βρει για να παρηγορήσει την μικρή.


Αρκεί να μην το χάσω. Αυτό το κορίτσι που κοιτάω στον καθρέφτη γελαστό και αναρωτιέμαι ποιο είναι.