Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

ονειρευτηκε την φυλακη

Με βάλαν λέει φυλακή. Θυμάμαι τον δισταγμό πριν πατήσω το πόδι μου για να μπω μέσα αν και ήξερα ότι δεν έχω άλλη επιλογή. Ποσο ήθελα για ένα ακόμη δευτερόλεπτο να μην εισέλθω. Ένα καφκικό όνειρο, όπου βρισκόμουν έγκλειστη για λόγους τυπικούς κι άσχετους με την αληθινή ζωή, ίσως γιατί είχα ξεχάσει να πληρώσω έναν λογαριασμό.
Με κοιτούσαν οι φύλακες και το λοιπό προσωπικό της φυλακής με ένα μικρό δέος, ντρεπόντουσαν γιατί ξέρανε πως δεν έπρεπε (ερπετά της σκέψης) να βρίσκομαι εκεί.
Κι όμως βρέθηκα,
σε κλειστά λευκά δωμάτια αναμονής, κάθε λιγο όταν μπορούσα πήγαινα σε κάτι πόρτες κι έβλεπα χωράφια καλλιεργημένα και περίμενα να βγω. Κάποιος από τους απέξω έπρεπε να με φροντίσει μά όλοι είχαν δουλειές.
Και ο Κάφκα συνέχιζε να γράφει το όνειρό μου, οι φύλακες με λυπηθήκαν, με ντράπηκαν ή κάτι τέτοιο και δεν με έβαλαν σε κελί. Στα κελιά οι συγκρατούμενοι ίσως και να λυντσάριζαν πάντως η ζωή δεν θα ήταν ίδια μετά από αυτό.
Με άφησαν να περιμένω σε χώρους υποδοχής ώσπου να έρθει κάποιος να πληρώσει για μένα. Δεν ήρθε ποτέ.

Ξύπνησα ελεύθερη. Κι έπειτα ήρθε το τραγουδι με λυγμούς κι ελιγμούς. Si se calla el cantor calla la vida.

Ήταν τα χτεσινά δώρα πολλά.

Πρώτα οι εικόνες του,
μπήκαν στην σκέψη μου όπως μπαίνει περαστικός να θυμιάσει σε εξωκκλήσι αραχνιασμένο.

Έπειτα οι σκέψεις της,
μπήκαν στις εικόνες μου όπως μπαίνει περαστικός να θυμάσει σε ξωκκλήσει αραχνιασμένο.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

ξεπλυμα

Υπηρετουν θητεια οι καφρίλες στις κουβέντες μας.

Σε εκεινη την φωτογραφια κοιταμε κι οι τρεις τον καθρεπτη. Ξερεις δεν καταφερα ποτε να γινω εκεινη που ηθελες, Σε προδωσα μια νυχτα στην Καλλιδρομιου για μια κοπελα που στο στηθος της ειχε γραμμενο με κινεζικα ιδεογραμματα: ΠΑΥΣΙΠΟΝΟ.

Ήταν όλοι εκεί να με αγκαλιάσουν. Δεν θυμάμαι πότε ξανάνιωσα πως όλοι μ' αγαπάνε. Κι έτσι έχω πια δύναμη να μιλήσω για την θυσία.

Είναι αδιάφορο πως δεν μπορεί να διηγηθεί μια ιστορία. Σε λίγο καιρό κι εγώ θα κλείσω τις πύλες για να μιλήσω χωρίς φόβο.

Η αλήθεια είναι ότι φοβάμαι να τον δω. Και φοβάμαι μήπως με διαβάζει. Ποτέ δεν έχω νιώσει πιο καταπιεσμένη, πιο υποτιμημένη, πιο ανήμπορη να φύγω, ένα μικρό χταπόδι που περιφέρει τα πλοκάμια του απαλά γύρω από το θηρίο για να το καλοπιάσει και να μην ακούσει τον θυμό του.

Γιατί περιφρονώ βαθιά τον θυμό του. Σιχαμερός και κακομαθημένος, βρωμιάρης και γλοιώδης ατενίζει την θάλασσα μέσα απ' το κάτουρο. Φοβόμουν τον θυμό του λέω. Τον σιχαινόμουν σαν τις κατσαρίδες, μου τάραζε τα σωθικά όταν τον άκουγα να θυμώνει σε άλλους για ηλίθιους λόγους - απλά είναι απ' τους ανθρώπους που έχουν μάθει να θυμώνουν τουλάχιστον 2-3 φορές την εβδομάδα - κι έλεγα πως εγώ θα την γλιτώσω. Στο περίπου τα κατάφερα. Πήρα και μια πίπα με το χέρι ραμμένο για να με αφήσει να κοιμηθώ. Βρήκα όποια τρυφερότητα μπορούσε να χει απομείνει, την υποδύθηκα και έπειτα έκανα πως κοιμήθηκα αγκαλιά.

Σκεφτόμουν μόνο την στιγμή της φυγής. Ήμουν για 7 μέρες η γυναίκα του 1950, απόλυτα εξαρτημένη ως προς την στέγη, την τροφή, την μετακίνηση και υπό την απειλή της κατηγορίας ότι αν δεν κάνω κάτι μαζί του, '"δεν μοιράζομαι". Ω Θεε μου. Καταναγκασμός.

Περιφρονώ βαθιά τον θυμό του και δεν θα του χαρίσω τον δικό μου. Προτίμησα να χυθεί αίμα.
Αυτοτραυματισμοί φυλακισμένων.

Πόσες φορές θέλω να πάρω τηλέφωνο εκείνον που έστω για λίγες ώρες με γλίτωσε από το βασανιστήριο. Εκείνον που με έσωσε από τις άγριες προθέσεις να ραφτεί το δέρμα μου χωρίς αναισθητικό - και σύμφωνα με νεότερες δηλωσεις βεβαίως θα χρησιμοποιούσε βία αν αντιδρούσα λόγω πόνου - με πετονιά από κάποιον που το χει κάνει αλλη μια φορά στον εαυτό του και νομίζει ότι είναι ο πιο ικανός όλων.
Ήμουν στο ιατρείο - νά είναι καλά εκείνος που με πήγε - με μια πληγή και το μόνο μου άγχος ήταν πως θα γυρίσω πίσω κόντά του. Δεν με ένοιαζε ο πόνος, δεν με ένοιαζε το αίμα, παρά μόνο η ασφυξία που μου προξενούσε η παρουσία του. 7 μέρες στην κόλαση που βρισκόταν σε ένα πανέμορφο νησί.

'Εκτοτε θεραπεύομαι. Κι αρνούμαι να παραδοθώ και κάθε βήμα δυο φορές το σκέφτομαι και κάθε σήμα δυο φορές το ζυγίζω. Κι αν έχει βάρος το σκέφτομαι, κι αν είναι ανάλαφρο το αφήνω να περνάει και δεν του βάζω εγώ βαρίδια.

Πρώτη μέρα χωρίς τον επίδεσμο.

Συνηθεια της ουλής.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Σεπτεμβριος


Αγκαλιά κι αγκύλια.
Η ρώγα του δαχτύλου στις ρίζες των μαλλιών.
Το μέταλλο των χειλιών μεταλλαγμένη λάμα που λιώνει στου λαιμού σου το άγγιγμα.
Από μακριά μακάριζα τους μικρούς ήρωες του άρτου.
Άναρθρος ο όρθρος ξεπάγιαζε να σε περιμένει.
Κι αυτό το ζευγάρι στην αγκαλιά του παγκακίου δεν έπαψε ποτέ να το φθονεί η μοίρα.
Οι ορυζώνες της ύβρης με εξορίζουν κάθε δυο χρόνια ως ανάρμοστη του εύρους τους.
Και της οργής το στερέωμα από την Γυάρο σας χαιρετά.
Ο άχραντος κι αχρείος χοίρος του χρόνου μας.
φωτογραφια: C.Molla.
______________________ . _______________________________
Πραγματικά πως θα μπορούσα να μιλήσω αλλιώς; Με τους ρυθμούς της απεικόνισης της πραγματικότητας στον "λογικό" λόγο θα ξόδευα τρία βράδια για να σας περιγράψω ένα.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Σχεδόν ένας μήνας και στο χέρι μένει μια μικρή γραμμή. Ήταν μια περίεργη τελετή μύησης που κατέληξε στον αγροτικό γιατρό. Να μιλήσω για αυτό, να μην μιλήσω. Είναι μπλεγμένο με τόσα άλλα. Είχα μαζεμένη οργή

Από τότε που γύρισα είμαι ευτυχισμένη. Μια σχεδόν εκνευριστική ευτυχία, πεισματωμένη, αποφασισμένη να μείνει εδώ και να κατατροπώσει τα πάντα. Χαμογελώ από το πρωί. Το περιστέρι που δεν ήρθε, δεν ήρθε για να μην το δουν. Μου στειλε όμως μια λευκή πεταλούδα, εκεί που κολυμπούσα να χαιρετήσει τον χρόνο.

Γύρισα στα βράχια. Η σκιά σας χαιρετά. Έτοιμη να σπαρταρήσω και πάλι απο ηδονές που έρχονται. Οι θάλασσες που είδα με έχουν ευλογήσει. Ο τόπος της μύησης μου μίλησε, άνοιξε τα μάτια μου, είδα ξεκάθαρα ποιους αγαπώ και ποιοι κρατάνε τον καθρέφτη έτσι που να θαμπώνομαι απ' τον ήλιο και να νομίζω πως τους αγαπώ. Αυτοί που θηλάζουν τον χρόνο μου μέχρι να μάθω να ξεχωρίζω τα αιχμηρά δόντια τους πριν αγγίξουν τις θηλές μου.
Πριγκήπισσα Τιτάνια για μια στιγμή. Την στιγμή που περνάει η επήρρεια του μαγικού φίλτρου.

Γύρισα πίσω και φιλώ το χώμα της μοναξιάς μου. Ποια μοναξιά δηλαδή, οι άνθρωποι που χω πλαι μου είναι υπέροχοι και δεν το ξερα και δεν μου φταναν μεχρι που πείνασα για αυτούς.

Γύρισα πίσω κι έπειτα ακόμα πιο πίσω. Εκεί που ήμερη ομορφιά εξαγριώνει τα ήθη. Πως να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου.

Η μόνη κινηση ήταν τα χέρια της όταν έβαζε τα ποτά. Όλοι ήμασταν βουλιαγμένοι στο βυθό της, σαν φύκια λικνιζόμαστε ίσα ισα με την μουσική και περιμένουμε. Κρατάμε με τα ακίνητα κορμιά μας το νερό του βυθού στην θέση του. Αναπνέουμε να μην στερέψει. Ονειρευόμαστε μέχρι να αφρίσει. Εκεί στην φιδίσια μπάρα.

Έτσι απόψε θα ονειρευτώ τις καμπύλες της, κι όταν με αγγίξει θα γυρίσουν τα ηλιοτρόπια κατά το μέρος μου. Και θα είμαι ελεύθερη, κι ούτε θα μιλήσει γιατί θα είναι όλα ειπωμένα. Ούτε μια φανφαρίτσα πια δεν θέλω. Θέλω την σιωπή, που καίει, θέλω άλλα σώματα.

Θελω, θέλω, θέλω να είμαι
Ξεκρέμαστη στα χρόνια

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

ΙΝΔΙΚΤΟΣ ΑΡΧΗ.


Hoy vuelvo a la frontera.


Σήμερα είμαι στα όρια.


Επιστρέφω στα σύνορα.


Σήμερα έρχομαι ως την άκρη.


Με σκουριασμένα δάχτυλα, σε κάθε πλήκτρο κόμπος.

Σαν εικόνα φιλώ με τα ακροδάχτυλα μια οθόνη.

Σκοτείνιασε νωρίς.


Δεν έχω δύναμη να πω πολλά. Έχω χάσει αίμα.

Κι έχω βρει την υγειά μου.


Είδα τόσο τυρκουάζ που καθάρισαν τα μάτια μου.

Γίναν γαλάζια από μέσα.


Βούτηξα σε μωβ βυθούς και μαύρισε την στιγμή μου το κρύο.


Κι όμως η ομορφιά ήταν εκεί. Και στην βρώμα και στα αίματα, στο χώμα, στα απόνερα

Και στα απόμερα βράχια που περιμέναν τον ιδρώτα μου.


Βούτηξα στην κόλαση. Είναι ο άλλος. Έζησα τον φόβο και την ξενιτειά.

Τόσο σύντομα, απότομα.


Η υπόσχεση να γυρίσω. Είμαι πίσω, είμαι ευτυχισμένη που γύρισα ζωντανή, που πατώ τα πλακάκια του σπιτιού. Η υπόσχεση να γράψω ξανά.


Συγχωράτε μου τα άναρθρα. Θα κυλίσει κι η λέξη κάποτε.
----- . -----
Καλή χρονιά.
Η πρώτη που δεν ήρθε λευκό περιστέρι για να πω και το παράπονό μου....