Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Ο νομάς http://nomads-tales.blogspot.com/ με προσκάλεσε σε αυτό το παιχνίδι:

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο

Τζινετ Γουιντερσον
Το βάρος
Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005

"Καταλαβαίνω ότι το μέλλον, αν και αόρατο, έχει βάρος. Είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα βαρυτικό πεδίο ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Και χρειάζονται τεράστιες ποσότητες ενέργειας - συγκρίσιμες με την ταχύτητα του φωτός - για να ξεφύγουμε από αυτό το πεδίο. "

Προστίθεται και ο εξής προαιρετικός κανόνας, πείτε τι σημαίνει "το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα".

Για μένα ήταν κοντινό είναι και το ίδιο το βιβλίο αλλά και το χέρι που μου το χάρισε.

Προσκαλώ στο παιχνίδι την Ζοζεφίν, την piece de resistance , το Πρόβατο, τον Μαύρο Γάτο, και την 5 pink flowers.

Λιακάδα σκληρή

Κατάρρευση μιας πλαστικής τσάντας, πίσω από αυτήν κρύβονται χέρια ασταθή που τρέμουν.
Γιατί δεν ξέρουν πως είναι να αγκαλιάζεις. Γιατί ξαφνιάζονται από την οικειότητα, την αρνιούνται, την επιθυμούν και πάλι την αρνιούνται.
Μαθαίνω από την αρχή το δικό σου και το δικό μου. Χάνω τις απώλειες. Και πως να διαχειριστώ την χαρά που καίει τα χέρια.
Και τι να την κάνω την βαθύτερη επιθυμία, που έθαβα χρόνια και που την βρήκες: ένα τυφλό ακόμη χέλι που έχεις γραπώσει με το χέρι σου και εννοείς να το βγάλεις απο το βουρκο γιατί διαβλέπεις την μεταμόρφωση και ήδη το έχεις μισοκαταφέρει.
Και είναι πως γίνομαι κι εγώ καθρέφτης. Κι άλλοτε θαρρώ πως θα δω το πρόσωπό σου αντί για το δικό μου κι άλλοτε θαρρώ πως το είδα ήδη και μαζί του τις επιθυμίες σου. Κι είναι όλα ένα κουβάρι που κρατάς τρυφερά στα χέρια σου και με κάθε χάδι λύνεται ένας κόμπος.
Κι είναι η ψυχή ή το σώμα; και γιατί χωρίζονται, κι αν δεν χωρίζονται; τα μάτια σου με διαπερνούν, το σώμα σου με γνωρίζει.
Και σιγά σιγά με ανεβάζεις απο τους υπέροχους βυθούς που με είχαν μαγέψει με τα χρώματα και θαρρούσα πως μπορώ να ζω χωρίς οξυγόνο.
Κι αν με βγάλεις απότομα πάνω, ένα είναι βέβαιο: δεν θα αντέξω. Κάθε λίγα μέτρα ανόδου σταματάμε, κοιτάμε την επιφάνεια της θάλασσας. Φοβάμαι να κολυμπήσω χωρίς τα βαρίδια μου. Τα αφήνεις να ξαναπέσουν εκεί που ανήκουν ένα - ένα αργά.
Και δεν θα σου κρύψω τίποτα από όσα ξέρω. Και θέλω κι εγώ για σένα το ίδιο.
Το βλέμμα σου είναι δικό μου. Πιο δικό μου από όλες τις επιθυμίες για όμορφα και ξένα σώματα .
Ένας, εσύ κι εγώ κορίτσι, απ΄την αρχή.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Θέατρο


Ναι θα το ξαναβλεπα! Όπως ξαναφοράς ένα παλιό καλοκαιρινό ρούχο στην αρχή της άνοιξης.

Βάσω Πολυμένη: Ξυλάκι παγωτό, πιτσιρίκια στην παραλία που ετοιμάζονται για σκανταλιά, τραυματισμένο πουλί με συναίσθηση του γελοίου μέχρι την τελευταία του στιγμή.


Το μεσημεριανό φαί αν είναι καλό, το τρως το βράδυ κι είναι πιο νόστιμο. Μοιάζει με εκδίκηση (ναι το κρυο πιάτο). Η τέχνη ως εκδίκηση στο λίγο μας.

Κουιζ: Που παίζεται το παιχνίδι.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Φαροφύλακας του σκότους μου.

Είναι ο ταξιδευτής.
Τα μάτια του μυρίζουν αφρό μανιασμένου κύματος σε βράχο του χειμώνα.
Ο καπνός του θυμίζει τα σήματα των αρχαίων κυνηγών.
Διαχειρίζεται τα όπλα του με σύνεση.

Δεν ήρθε ποτέ να μου φέρει φωτιά, ούτε να πάρει πάγο.
ήρθε και κοινώνησε μονάχα απο το πιάτο μου και ήπιε απ' το νερό μου.
Ό,τι έχουμε. Δικό μας.

Επιστρέφουν σε εμένα όσα εκδικηθηκα. Επιστρέφουν με γλυκύτητα μπύρας.
Οι σημαίες αναρτήθηκαν για την επέλευση του ψύχους.

Ρίγη πριν τον πλησιάσω. Ρίγη. Τα χέρια του εξερευνούν τα κομμάτια μου που άφησα να ξεραθούν και τα ζωντανεύουν. Χαρτογραφεί τις καμπύλες. Νανουρίζει επιθυμίες.

Μου θυμίζει τα υποκοριστικά. Τα χαιδέματα.
Και ναι, με επιθυμεί με όρους θανάτου, όπως ακριβώς θέλω.

Όμως ο φαροφύλακας έχει ταχθεί στο κύμα.
Κι αν παω να καταλάβω το άδειο κάστρο του
θα φύγει
κι ας μου λέει όλο "ξεκίνα".

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Διτροχο

Στις συμπληγάδες απο λαστιχένιες ρόδες, όλη μέρα.
με ένα μικρό αλογάκι που το λάτρευα.
Στομάχι κόμπος, γκάζι, προσπερνώ.
Ακούω το κύμα του άλλου, ξεκινώ
Φανάρια της καρδιάς σου εκλιπαρώ
στους δρόμους.

***


Θα παραπέμψω πάλι στον νομάδα σήμερα.
Και θα ξεστραβωθώ να διαβάσω Μαλβίνα.

Περίεργη μέρα. Έχω μια διάθεση.......λες κι έκανα διαγαλαξιακή.
Λες και πίναμε μαζί, με εσένα που διαβάζεις, καφέ (ναι καφε Νιμαντγοζε) πριν από λιγο.

Λες κι όλοι είναι εδώ και δεν είναι κανείς.
Νιμαντ, Νομας, Ηλέκτρα, Ζοζεφίν,
Τιποτα, Μαυρε Γατε κι οι άλλοι ΕΣΕΙΣ.
Ξυπνήστε με όταν φτάσω στην ακτή.

Γιατί προς το παρόν... με κλειστά μάτια πετάω...

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

Ήταν ανοιχτός.

Μικρή μου Κίρκη
μην με μεταμορφώσεις σε γουρουνι.
Είναι όλος ο ορίζων ανοιχτός μπροστά μας.
Ακόμα κι αν δεν θέλουμε να πάμε πουθενά.
Ακόμα κι αν δεν περάσουμε ουτε το κατώφλι.
Είναι όμως ανοιχτός, δικός μας.

Να τον κοιτάμε απο την χαραμάδα
τα χαράματα.
Να τον μαντεύουμε την νύχτα
στις νυχιές.
Να ελευθερώνεται το βλέμμα
μέρα μεσημέρι.

Όσο πιο μακριά κοιτάμε, τόσο πιο πολύ υπάρχουμε στο εδώ.
Είναι όλος ο ορίζων ανοιχτός.
Άπλετος κι ας μην πάμε και ποτέ,
προς αναζήτησή του.

Τις ταυτότητές σου ανιχνεύοντας το πρωί εν απουσία
Σου
Βρίσκω ονόματα που ταιριάζουν στο αίνιγμα.
Βρίσκω εικόνες που ξεκλειδώνουν την πόρτα.
Κόρη μεταμορφούμενη άλλοτε σε ξένη κι άλλοτε σε αδελφή.

Κι αν δεν μας έπνιξε ο έρωτας
δεν είναι γιατί δεν είναι μεγάλος
μα γιατί ξέρουμε κολύμπι.


***********

Δεν σπάραξα, δεν πόνεσες ίσως μόνο για αυτό θα άξιζε ένα φιλί.
Για την νίκη μας επι της θλίψης.
Τουλάχιστον στις στιγμές που μοιραστήκαμε.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Απολογία σιωπής

Το ξέρεις ότι η σιωπή μου δεν γιατρεύεται. Σκέφτομαι να σε φωνάξω αλλά μετανιώνω. Είμαι ευτυχής όμως: η απόσταση ξανάπλασε τον μύθο σου και μπορώ πάλι να προσεύχομαι για σένα από μακριά. Σε νοιάζομαι όσο απόλυτη είναι η μούγγα.Δεν ελπίζω σε καλύτερες μέρες. Μου αρκούν αυτές.

Θυμάμαι τότε πριν σε εξαθλιώσει η μοναξιά, είχες ακόμη την έξη της τρυφερότητας κατά τι παραπάνω. Είχες ένα κορμί να αγκαλιάζεις δικό σου κι ήτανε πιο εύκολα όλα. Μετά έγινες αγρίμι. Και ωρίμασες, έλεγες. Και έχασες την ικανότητα της τρυφεροτητας.

Στερέψαν οι πηγές σου, διώχθηκαν οι άνθρωποι που σε αγάπησαν.Γιατί τι νόμισες; ότι τότε με αγκάλιαζες με τα δικά σου χάδια; ήταν η μνήμη των αγγιγμάτων που είχες λάβει εγγεγραμένη εντός σου και έτσι αγκάλιαζες. Την γλώσσα της τρυφερότητας την μιλάμε όπως μας την μάθουν.

Ή εγώ πως νομίζεις ότι σε αγάπησα; Όπως και όσο με είχαν αγαπήσει.

Εύχομαι να σε ημερέψουν τα χρώματα των ημερών (οι δευτέρες είναι γκρι τελικά;). Εύχομαι να ξαναθυμηθείς την αφοσίωση απο την καλή κι απο την ανάποδη. (εγώ πάντως δεν μπορώ να στην μάθω).

Και ναι θα 'θελα να σε ξαναβρώ: μόνο εδώ μέσα. Για αυτό και δεν θα σε ψάξω.

Σε είδα χτες, μεγαλύτερη σιωπή από τον τυπικο χαιρετισμό δεν υπάρχει. Δεν γίνεται αλλιώς.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

Καταγης καταιγίδα

Έξω φυσάγαν οι σταγόνες απότομα πανω στα αυτοκίνητα, σφυρίζαν τα οχήματα από έναν αέρα που δεν λυπόταν ευαισθησίες. Ας είναι είπε από μέσα της. Ας ξεπλυθούν τα χώματα από το άγαλμα που ήταν θαμμένο στο χωράφι. Πίσω από το χωράφι ήταν ένα σπίτι και μέσα η γιαγιά, που τις μέρες με λιακάδα έβγαινε στην αυλίτσα, σκούπιζε και καθόταν με την μαυροφορεμένη πλάτη στον ήλιο, ώσπου η ψύχρα να την σπρώξει αργά προς τα μέσα.
Τις μέρες του καλοκαιριού με τις μεγάλες ζέστες καθόταν κάτω από την κληματαριά και το φθινόπωρο έκοβε με τα ροζιασμένα χέρια της κανένα ρόδι από την ροδιά του περιβολιού.
Την μέρα που βρέθηκε το άγαλμα, η κυρά Ρήνη ήταν κλεισμένη μέσα, γιατι είχε πολύ ψύχρα και κοίταζε τα κάρβουνα που τρεμοπαίζαν στο μαγκάλι.
Η Ρέα ήταν το άγαλμα, θαμμένη χρόνια στο χωράφι. Από την σφαγή του μικρου οικισμού, πέντε αιώνες πριν, και σήμερα η οργή ενός εργάτη που έσκαβε τον θυμό του για τις μαύρες απώλειες του πόθου του, χτύπησε πάνω της. Μόλις εκείνος αντίκρυσε την μαρμάρινη επιφάνεια του βραχίονα, σταμάτησε να σκαβει με μανία, κι άρχισε προσεκτικά να την φέρνει στο φως.

Νομίζεις πως δεν μπορώ να πω τίποτα άλλο; Νομίζεις πως δεν μπορώ να αγαπήσω άλλα σώματα; Πως δεν απολαμβάνω και δεν μοιράζομαι τρυφερότητα, έρωτα και χάδια;
Αν ακόμη υπάρχεις ως ψύγμα στην ψυχή μου είναι χάρη σε αυτά τα χάδια. Κι αν εγώ έχω σβηστεί από σένα, είναι γιατί ξεράθηκες και διάλεξες το ανέφικτο για να φορτώσεις εκεί όσα δεν παλεύεις.
Δώσε μάχη.

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008

Διάλειμμα για διαφημίσεις!!!!!!

Κι εμείς που δεν ακούμε ντιβιντιά
ούτε χαζεύουμε έρποντας με ξένα νταχτιρντιά
πες μου αν θα ακουστούμε.

Δεν θα ανοίξω την τηλεόραση στιγμή
Έχω εσένα να διαβάζεις και μου αρκεί
κι ας μην βρεθούμε.

Ξέρω πως γύρω μας χορεύουν οι κακοί
Δείχνουν τα δόντια και γρυλίζουνε οι καιροί
Έλα να χαιδευτούμε.

Δεν είναι μόνο ο βλαμμένος εγωισμός
Ούτε όπως λέν ανίατος τρελλός ναρκισσισμός
Είναι που Ζούμε.

Δεν είναι πως δεν νοιάζεσαι τι κάνει ο διπλανός
Δεν είναι ότι στον έρωτα δεν άνοιξες το φως.
Το ξέρεις μας μισούνε.

Που δεν προδώσαμε το βλέμμα στα λεφτά
Που δεν ζηλεύουμε όταν τρώνε στα κλεφτά
Που αγαπούμε.

Για αυτό σου λέω δεν θα ανοίξω το κουτί
Ούτε για ειδήσεις κι ας με πουν κομπλεξική
Αυτοί που εκφωνούνε .

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Νομοτέλεια

****
Αυτό που δεν είχε προβλέψει, αν και τελικά ήταν πολύ απλό να προβλεφθεί, ήταν ότι θα ερωτευόταν. Και όταν άρχισε να το υποψιάζεται από το πόσο υπέροχα ένιωθε, δεν πίστευε ότι θα την ερωτευόταν κι αυτή. Έγιναν όμως όλα αυτά. Προβλέψιμα και πάλι, αφού εκείνη ήταν σε μια σταθερή σχέση με άλλη γυναίκα, δεν άντεξαν τον έρωτα.
- «Νομοτέλεια» έλεγε καπνίζοντας η Αναστασία από την πρώτη κιόλας εβδομάδα. Η Χλόη έκανε έξι μήνες να το καταλάβει. Έξι μήνες, πολλά τσιγάρα και 18 σελίδες:

Εγώ δεν άντεξα την παρανομία της δεύτερης, κρυφής, ανεπίσημης κι εκείνη τον νόμο της επιθυμίας μου, που την ήθελε διαρκώς, ολοκληρωτικά και παρούσα. Όχι πιστή, αλλά παρούσα. Το πρώτο πρωί που ξύπνησα μετά από την αγκαλιά της αναρωτιόμουν την ευτυχία που ζω με τι νόμισμα θα την πληρώσω. Δεν χαρίζονται τζάμπα τέτοιες ευτυχίες.
Ε, τώρα αποπληρώνω τις τελευταίες δόσεις του δανείου: κατά πως φαίνεται θα γλιτώσω την περιουσία που υποθήκευσα. Πονάω λίγο πια. Εκεί στα τελειώματα άρχισα να της απευθύνομαι γραπτώς. Δεν είχα πια άλλο τρόπο, δεν γινόταν να μιλήσουμε: την ήθελα τόσο πολύ που έμενα άφωνη. Μου είχε λείψει τόσο που έφτασε η στιγμή να την έχω, να μπορώ να την αγγίξω ερωτικά και να μην το κάνουμε γιατί δεν αναπληρώνονταν με τίποτα οι στιγμές της απουσίας της.
Μόνο η γραφή άλλαξε κάτι, βούτηξα στα ιαματικά νερά της οθόνης και του πληκτρολογίου
[1]. Σήμερα, μετά από μακρύ κολύμπι βγαίνω από την θάλασσά τους που θάλλει. Στάζουν μικρές σταγόνες πάνω μου, είμαι γυμνή κι η μέρα συννεφιασμένη αλλά διαυγής. Μπορώ πλέον να θυμηθώ το χρόνο: είναι Απρίλιος. Προσγειώνομαι πάνω σε γραμματάκια του περασμένου μήνα, όπως τον περασμένο μήνα προσγειωνόμουν πάνω σε αναμνήσεις και τον ακόμη προηγούμενο στα αγκάθια της. Πιο πριν στην αγκαλιά της. Της είχα δώσει διάφορα γράμματα και e – mail, για τα μηνύματα δεν μιλάω. Ήταν βραδιές που τα κινητά δεν σταμάταγαν. Όταν όμως ήρθε μελαγχολική για τελευταία φορά σπίτι μου, εξερευνώντας την αύρα που κάποτε της άνηκε και τώρα πια δεν άντεχε να διεκδικήσει και αφού πέρασε και λίγος καιρός όπου έβγαζα καπνούς από τα αυτιά από την σιωπή, αποτάθηκα στην γραφή που δεν απευθύνεται. Όσα της απευθύνω είναι προσβάσιμα σε όλους εκτός από εκείνην. Αρνήθηκε, σήκωσε έναν τοίχο και δεν μπορώ να της μιλάω πια, αλλά θα ουρλιάξω μπροστά στον τοίχο γιατί δεν ξέρω αν είναι πίσω από τον αυτόν για να με αποφύγει ή αν έχει χτιστεί μέσα σε αυτόν και ασφυκτιά. Ή αν βρίσκεται ψηλά πάνω στον τοίχο και κοιτάζει με ίλιγγο τα ανθρωπάκια κάτω και δεν ξέρει πώς να κατέβει χωρίς να γκρεμοτσακιστεί. Έχω λόγια και θα ειπωθούν, την αγαπώ και την βρίζω και ξεκίναγε έτσι η πρώτη φορά που το πήρα απόφαση ότι δεν θα της το στείλω ποτέ:
[1] «Και το νερό το γάργαρο θα ρέει απ’ τις οθόνες». Ήρθε ο καιρός που απόκτησε κι αυτός ο στίχος νόημα.
*****
Κοντεύουν δυο χρόνια από τότε που γράφτηκε αυτό το κείμενο. Μου λένε πως θα ξαναζεσταθώ. Κι εγώ έχω μόνο να ρωτήσω ένα πράγμα κι ούτε καν η ερώτηση δεν είναι δική μου, είναι ξένη, κι ούτε είναι πρώτη φορά που την αναφέρω εδώ αλλά με ροκανίζει...... Είναι οι άνθρωποι λοιπόν αντικαταστάσιμοι όταν τελειώσει το πάθος;
Βαράω το χέρι στο τραπέζι και ψάχνω απάντηση, σφίγγω τις παλάμες και ψάχνω. Αντικαθιστώ τα σακατεμένα μέλη και κουτσαίνω, βγαίνω στην επαιτεία: ελεήστε.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

Τα ρόδια

Δεν το περίμενα πως ακόμα θα ήταν έτσι. Αλλά φαίνεται πως είναι. Ας το ρίξω κι αυτό στην πυρά μήπως και ζεσταθώ λιγάκι. Ταιριάζει με τις φώτο της piece de resistance.
***
Κι αν βρεις ορχιδέες να μου φέρεις, πες μου που να βρω εγώ ρόδια τέτοια εποχή να σου στύψω; Πες μου, ράγισμά μου.
Που ήρθε να με βρει, την πρώτη μέρα μετά το γκρέμισμα των τειχών και κρατούσε μια ανθοδέσμη που κανείς ποτέ δεν μου ‘χει φέρει. Και είχε μόλις βγει από το μπάνιο και είχε ετοιμαστεί για μένα και είχε βάψει τα μάτια της και το γαλάζιο με έπνιγε, όχι μόνο από την ίριδα μα κι από την σκιά των βλεφάρων. Με άφησε να περιπλανηθώ ντροπαλά και δεν ζήτησε τίποτα και δεν με άφησε να ζητήσω τίποτα. Μόνο ακίνητη περίμενε ποιο χάδι θα κληρωθεί από τον πόθο να γίνει πραγματικότητα. Και όταν αμήχανη την ρώτησα τι θέλει, δεν το είπε. Αλλά ήταν κι εκείνη αμήχανη κι ούτε ήθελε να ξέρει κάτι παραπάνω από μένα.
Κρατιόταν από τα κάγκελα του κρεβατιού και οι φωνές της όταν έχυνε με τύλιξαν, με έριξαν σε μια λίμνη με ιαματικά νερά που κοχλάζουν χαμόγελα και ανοίγουν οι καρδιές και γίνονται μπαξέδες και τα σώματα βρίσκονται αιωνίως στην γαλήνη μετά τον οργασμό. Τρεις μέρες έμεινε εδώ και το πρωί της έστυβα χυμό από ρόδια από την ροδιά του κήπου μου. Κομμένα από το χέρι της μάνας μου.
Θα ξαναγυρίσεις κάποτε γιατί ήπιες ρόδι από μένα. Ακόμη κι αν η επιστροφή αυτή αφορά μόνο την ψυχή μου και την εικόνα σου, που έχει τυπωθεί και τώρα σβήνεται σαν αγιογραφία περασμένων γενεών. Αλλά θα σβηστεί κι αυτή η στρώση και θα γίνει ένας σεισμός να ραγίσουν τα πάντα και να φανεί πάλι η μορφή σου χαραγμένη στα θεμέλια και στις πέτρες, με την απαλή πορφύρα που έχει το ρόδι.
***

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

Αναρτήσεις και ξεαναρτησεις. Μέχρι να παραδωθουν τα χρωστούμενα δεν χαρίζεται το μέλλον.
Ας είναι λοιπόν.
Απο παλιά αντιγράφω:

Κάποιοι έρωτες χαράζουν το σώμα. Μου άφησες μερικά στίγματα στο δέρμα που εμφανίζονταν, σαν λουλούδια σε μεγάλες πράσινες εκτάσεις, πάνω στην λευκότητά μου. Εμφανίστηκαν όταν μου φαινόταν αδιανόητο να είσαι τόσο αδιάφορη, να ψάχνεις πάντα τα πιο ανώδυνα θέματα για να μιλήσεις και να λες υποτιμητικά «μούγγα» όταν έπινα το αμίλητο νερό από την μορφή σου και έκαιγα όλα τα λόγια μου για να σταθώ δίπλα σου. Δίπλα στην φωτιά σου που έχει παρελθόν βαρύ να κάψει, για όσο θα ζεις ακόμα. Οι πληγές σου: δεν είναι από οίκτο που τις αγαπώ αλλά γιατί μου επιτρέπουν να ζω σε έναν κόσμο τρυφερό σαν πληγή όπου δεν θα χρειάζεται να κρύβω τις δικές μου.
Χρειάζεται να τις σκαλίζω όμως, να μένουν πάντα ρυάκια δροσερά με αίμα και νερό.
[1]
Το βάρος του έρωτα θέλει μοναξιά. Ερημητήριο και πτυχίο ασκητισμού. Από ένα βράχο ξερό κοιτάς το πέλαγος. Κανείς δεν θα έρθει σε αυτήν την άγρια παραλία: στην σπηλιά σου. Αν το αγαπημένο πρόσωπο πλησιάσει λίγο, θα το σπρώξεις στο γκρεμό για να αγναντεύεις το πρόσωπό του απλωμένο στο πέλαγος την ημέρα και στο σύνολο των άστρων τα βράδια. Που να χωρέσει σε σένα όμορφή μου.
Τι ωραία που θα θυμάσαι την σπαραχτική φωνή του τελευταία φορά πριν πέσει.
Όσα ήθελα σαν τρελή να ζήσω, τα φόρτωσα στο πρόσωπό σου, στο στήθος σου που γέμιζε τις παλάμες και τα χείλη. Στους ακίνητους σχεδόν οργασμούς σου, στην φωνή σου που ήταν ίδια με την δικιά μου. Απελπιστικά όμοια. Συμπύκνωσα την έρημο τόσων χρόνων στον κυνισμό σου, που κατέστρεφε τα πάντα γύρω μας και ήμασταν πραγματικά οι δύο μας….. έτσι νόμιζα. Ήθελα να πιστέψω και πίστεψα και τώρα δεν ξέρω, όταν με πιάνουν κλάματα, αν είναι από το πόσο υπέροχα ήταν τα χάδια σου ή πόσο μεγάλη η έλλειψή σου.
Ήταν στο απόλυτο φανταστικό πεδίο όσα ένιωθα για σένα. Αυτά για τα οποία θέλω να σε αφανίσω γιατί δεν ανέχομαι να υπάρχεις σε άλλον κόσμο πέραν του δικού μου. Έτσι, ξεκίνησα να σου πω ότι, όσα έχουμε ανάγκη να ζήσουμε, θα τα βιώσουμε. Θα διαλέξουμε τον πιο κούφιο άνθρωπο για να του δώσουμε το νόημα που εμείς επιθυμούμε. Είσαι κούφια αγάπη μου. Η μόνη εκδίκησή μου. Η μόνη πικρή νίκη μου.
Σε διάλεξα γιατί ήσουν ψεύτικη και μπορούσα να σου φορτώσω τις αλήθειες μου, αλλά εσύ δεν θα με διάλεγες αν δεν ένιωθες μια έλξη για την δική σου αλήθεια, που δεν βρίσκεται καθόλου στην σημερινή ζωή σου. Μια έλξη που εγκαταλείπεις πάντα. Όπως με εγκατέλειψες. Χωρίς καθόλου να είμαι η αλήθεια σου. Ήμουν απλά μια απόδειξη της εγκατάλειψης που βιώνεις και που προσφέρεις ως βίωμα.
[1] Την ονειρεύτηκε κάποτε η Χλόη να της λέει: «όσο στεναχωριέμαι τόσο σε καταλαβαίνω». Κι έπειτα ένα ρήμα: «πτυχιώνω».