Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Κλειστες οι πόρτες.


Στην γεωμετρία του στήθους μου εντρυφησαν πολλοί

κι εγώ στα ξερά πλήκτρα σου.

Ήταν τόσο δύσκολο αγγελάκι μου να νομίζεις πως ό,τι και να έλεγα απευθυνόταν σε εσένα.

Σιγά σιγά τα κατάφερνες να με κάνεις δική σου. Και αυτό σήμανε αναχώρηση.




Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια.

Σύρος, Πάτμος, Κως, Νίσυρος.


Όλα, όλα τα δίνω για να μπορώ να ταξιδεύω μόνη.

Έχω ξεχάσει το φύλο μου, οι επιθυμίες αποστραγγισμένες.



πως φιλάνε;


κύμα, θα περάσει κι αυτό.



Ξέρετε κύριε πρόεδρε, δεν υπάρχετε.

Και εγώ αν δεν κόψω λιγο από το χέρι μου να το βάλω στο αγκίστρι... κανείς δεν πρόκειται να τσιμπήσει.

Νηνεμία, αλλάζει ο καιρός.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

To αγγελάκι μου της Δρέσδης...

και πως να συνεχίσω, το ψαχνα χτες με δακρυα

κρεββατοκάμαρα σε εγκατάλειψη.

Αλλά πως να συνεχίσω. Τα δάκρυα μου παγώνουν αν τα δεις και μένεις πάντα διψασμένη. Κι εγώ με πάγους σε κλειστά βλέφαρα.




Σε λίγο καιρό θα αναχωρήσω. Ήδη κόβω πολλά λιμάνια απο τό δρομολόγιο. Μου μένει μόνο η άγονη γραμμή. Ένα δύο ερημονήσια όπου κανείς δεν μιλάει την γλώσσα μου.

Ορυκτό του ελέους ο τόνος της φωνής μας.

Ομορφαίνεις. Θα με βασανίσει αυτό.

ώρες-ώρες το να νιώθεις τα ίδια πράγματα με κάποιον είναι σαν να μιλάς ταυτόχρονα: κανείς δεν ακούει τελικά. Και δεν μπορείς να ορίσεις τι νιώθεις...

Όνειρα με τρέξιμο, φωτιές, κόσμο, αγωνίες.


αγγελάκι μου της Δρέσδης...

μακάρι να μην το γραφα εδώ...

ασυναρτησίες... η εικόνα καταλύει την σκέψη.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

H Κυριακή των αποπλανήσεων, ονομαστική: η αποπλέουσα νήσος

τα πλακάκια της κουζίνας με παρατηρούν να ευδαιμονώ με έναν ελληνικό καφέ κι ένα στρωμένο τραπέζι.

Ελεύθερη λόγου, ελεύθερη σιωπής, κρίσης, λυγμού, καημού, κατακερματισμού.

Δεν απολογούμαι κι ας μην μετανοήσει κανείς για όσα αφήνει πίσω.

Αποκαθήλωση των αισθήσεων, αναμονή με αυτιά σε εγρήγορση.

Μόλις τελειώσει ο κατακλυσμός, να ανοίξω την κιβωτό να δω ποιος είναι μέσα.

Είμαι σκυλί πιστό στην μοναξιά μου.

Κι όποιος αυτήν αγάπησε, αυτόν δεν θα γαυγίσω.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Tα πράγματα θά 'πρεπε να είναι πολύ απλά.


όπως μαχαίρι σε λαιμό.


"Κραταιά ως θάνατος αγάπη."



μέσα σε ένα καλοκαίρι, το αγαπημένο δέρμα έγινε η οθόνη που βλέπω τον κόσμο κι αν θελήσω να δω πέρα από αυτό, πονάει γιατί της σκίζω την σάρκα.


είμαι γεμάτη αίμα, το βράδυ, η έλλειψη χαδιών είναι ένα σύννεφο από εφιάλτες που έχει καθίσει πάνω στο κρεβάτι και με σκεπάζει μόλις πλαγιάσω.


Το ίδιο όνειρο, πίσω στην μέση μου εμφανίζονται τερατώδη εξανθήματα, το δέρμα μου παραμορφωμένο, άσχημο, κι εγώ το κοιτάω με φρίκη.


ερωτικές στιγμές με σκληρά λόγια παίζουν σε μια παράταιρη ταινία.


πως να ξεφύγω από δω. Πως γυρνάνε εκεί που ανάσαινα την μυρωδιά του αλμυρού νερού.


Θα κρατήσω την αναπνοή μέχρι να βγω στο φως.


θα 'σαι εκεί;



Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Διψώ.




κι έχω ακόμη πολύ έρημο.

αλλά θα προχωρήσω.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Θέλω να περάσω στην λήθη, γυμνή στο σπίτι με λίγο αίμα να τρέχει στα μαλλιά.

Με ένα σωρό άχρηστα ρούχα γύρω μου.

Με παρακαταθήκη κάτι ανεπίδοτες καταλήξεις.

Και όσα δεν τόλμησα να πω.

Με τις συνταγές μαγειρικής να παίζουν σε επανάληψη. Ώσπου κάποιος να με βρει και να κάνω ότι δεν έγινε τίποτα και η ζωή συνεχίζεται και πως έγινε έτσι το σπίτι μου, βρε παιδάκι μου, ξέρεις, οι ρυθμοί της Αθήνας, δεν προλαβαίνεις τίποτα να κάνεις, μισό λεπτό έρχομαι, να ρίξω κάτι πάνω μου, δεν σε περίμενα, πως και πέρασες από δώ, ναι χαλάρωνα, ε σαββατοκύριακο είναι, καλά πάει η δουλειά, εσύ;


Εσύ έχεις περάσει στην λήθη λίγο πριν περάσεις από το σπίτι μου.

Που είναι ο χυμός μήλου μου; Δεν έχω κέφι να σου μιλήσω τώρα… με συγχωρείς, "και που λες χτες πέρασα τεεελεια με τον ……"


Δεν με νοιάζει με ποιον πέρασες τέλεια. Ούτε εσένα γιατί δεν πέρασες τέλεια αλλιώς δεν θα ‘βγαζες κιχ.


Δεν γράφω παρά για να θάψω ή να γεννήσω.

Κοιτάζω την εικόνα της κι ακόμη θέλω ενώ γύρω φυλλοροεί ο κόσμος μου. Άνθρωποι και βουνά καταποντίζονται.

Οι κρουνοί του αγέρωχου στέρεψαν, χαμηλώνω τα σίδερα. Πιο μικρό το κελί.

Θυμάμαι ναι, τον Άγιο Υάκινθο, κι αυτός κλεισμένος στην εικόνα του. Τα βράδια φεύγει, ξέρεις, βάφεται κόκκινος.


Και κατεβαίνει

Να ξεπλυθεί στο Λιβυκό.



Υ.Γ. Δεν υπάρχει τίποτα προς κατανόηση εδώ μέσα. Κυρίως δεν θά ‘πρεπε να είναι κατανοητά. Αρκεί μια φευγαλέα αίσθηση ελαφριά. Οι αποχρώσεις της ψυχής δεν είναι σωσίβια, ούτε οδηγοί επιβίωσης, ούτε δηλώσεις μετανοίας, ούτε ερωτικές εξομολογήσεις, ούτε αγώνες για ισότητα. Είναι θαλάσσια μπάνια για καχεκτικά παιδιά ίσως.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009






ένας μικρός χειμώνας ήταν κρυμμένος κάτω από το κέντρο της παλάμης.

τρία ανεκδιήγητα όνειρα έχουν ξεροσταλιάσει στην στάση του λεωφορείου

όσο και να ήθελε δεν ήταν δυνατόν να αποτινάξει τόσα φύκια από τα μαλλιά της.

όλο και πιο πολλά έμπλεκαν, όλο και πιο μικρά κομμάτια, όλο και πιο μέσα στο σγουρό.

όσο και να ήθελα δεν μπορούσα να απευθυνθώ σε κάποιον άλλον.

τα χρόνια σου είναι γεμάτα με τα φιλιά μου

Φίλησα τα 20, τα 30, τα 40, τα 41 όλες τις ηλικίες του σώματος καθώς άλλαζες στάση μές στον ύπνο σου.

σ' αρνιέμαι για να σ' αγαπώ σαν ερημίτης.

κι έπειτα από την έρημο κουβαλάω το νερό.

Διατρέχεις τις αρνήσεις μου και γδέρνεις το μέσα μέρος του κρανίου μου όταν πεισμώνεις.

Έρχομαι και ξαναφεύγω, παλινδρομική κίνηση του έρωτα.

Άσε τα φύκια να σε χαιδέψουν.

Μια μικρή κόρη σε λευκό σπίτι της Σίφνου μας κοιτάει γνωρίζοντας πως είναι να φιλιέσαι στο δρόμο για τον Σιδερά. Μειδιά στα αμύθητα πλούτη της, ξέρει το μέλλον, τα χέρια της είναι λευκά και λεπτοκαμωμένα και δεν θα πει ούτε λέξη.

Αλλά θα ευλογήσει σιωπηλά το δρομο μας.