Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Αντί για κύριε ελέησον ονόματα εραστών



Και το πρωί ευωδιάζουν τα σώματα που θυμάμαι να αγάπησα.

Λες κι όλα έχουν τελειώσει: Αχαρτογράφητη ήπειρος που σκότωσε τους εξερευνητές.

Μένουν μόνο δάχτυλα κι ονόματα.

Μονολογώ και γλείφω κάκτους κι όμως μένω αναίμακτη.



Θα μείνω εδώ να λέω ονόματα.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Aγαπημένε μου,
χωρίς να ξέρω ξεκινάω να γράψω. Γνωρίζοντας την κατάληξη των ερώτων δεν τολμώ να σου πω το ψέμα τους. Σε κοιτάω κι ονειρεύομαι αγκαλιές αιωνόβιες αλλά ποιος ο λόγος να στο ζητήσω;
Ένα γυμνό νεκρό σώμα προσκυνάμε απόψε. Δεν θέλω, είπα, δεν θέλω. Δεν θέλω να σε προδώσω με το πρώτο φύσημα του αγέρα. Κι είμαι έτοιμη. Έτσι κρατάω το στόμα μου κλειστό κι εσύ κάνεις πως είσαι τυφλός και πως καταλαβαίνεις τον κόσμο μόνο με την αφή. Καλά κάνεις. Να μην σου πω τρυφερά λόγια, να μην παραδωθώ στα χάδια, να μην προτείνω ένα άγγιγμα. Πάει ένας μήνας σχεδόν που συγκρίνω ασυναίσθητα τους πάντες μαζί σου. Κι όλο λέω θα μου περάσει.
Κι εσύ αυτό θα σκέφτεσαι: θα μου περάσει. Φεύγω αύριο. Πες μου καλό ταξίδι και λήθη.

Κάποιες φορές έρχονται άνθρωποι από παλιά. Τον κοίταξα κι αναρωτήθηκα αν ήμουν ο ίδιος άνθρωπος όταν με άγγιζε το δέρμα του, όχι όμως αποκλείεται να είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Για την ακρίβεια, δεν μπορώ καθόλου να θυμηθώ ποια ήμουν τότε και για ποιους λόγους τον άφηνα να με αγγίζει. Οπότε δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος, αλλά γιατί εκείνος με γνωρίζει και γιατί έρχεται καταπάνω μου διεκδικώντας ένα φιλί στο μάγουλο εκεί και τότε. Αφού δεν είμαι η ίδια. Αυτή ήταν η τύχη ενός από τους ανθρώπους μου κάποτε φιλιόμουν. Οπότε αν έχω πέσει τόσο έξω στο ποιους φίλαγα και στο ποιους επιθυμούσα, με τι μούτρα να σου πω ότι σε θέλω.

Κι είμαι και μεγάλη πια για να κάνω το χελιδονάκι θα γενώ να πέσω στην αυλή σου.

Ευχήσου μου λήθη.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο αδερφές: Η Ομορφιά που ήταν μουγγή και η Επιθυμία που ήταν τυφλή. Είχαν αγαπήσει τον ίδιο νέο και η μητέρα τους, όταν κατάλαβε τί είχε συμβεί πήγε αμέσως στο μαγαζί του νεαρού για να δει τι μπορεί να κάνει. Ο νέος είχε ένα μαγαζί με βότανα κάτω από την Ακρόπολη, μπαίνει μέσα η μητερα τους.
- Ψάχνω το βοτάνι της αλήθειας.
- Κατάλαβα, της λέει. Όμως πρέπει να μου πεις ποιανού είναι η αλήθεια για να σου δώσω το βότανο που θα φανερώσει την δική του αλήθεια.
- Της δικιά σου, απαντάει η μητέρα και τότε ο νέος κατάλαβε ότι τα πράγματα ήταν σκούρα.

Για να καταλάβεις καλύτερα του λέει τότε εκείνη, θα σου πω μια ιστορία: Έχω δύο κόρες την Ομορφιά και την Επιθυμία. Όποιος βλέπει την πρώτη θαμπώνεται τόσο από την μορφή της, που δεν έχει λόγια να μιλήσει αλλά ακόμη κι όταν της μιλήσει, εκείνη μένει αμίλητη και τον κοιτάει με μεγάλα της μάτια χωρίς να μπορεί να απαντήσει γιατί είναι μουγγή. Όποιος βλέπει την άλλη μου κόρη, νιώθει αμέσως τα σωθικά του να καίγονται, πεταλούδες να γυρίζουν γύρω του, το σώμα του μουδιάζει λες και μυρίζει νερατζιές και ψάχνει με το βλέμμα του να συναντήσει το δικό της για να της δείξει πόσο την θέλει. Μάταια όμως, η κόρη μου είναι τυφλή και δεν μπορεί να τον δει. Μόνο αν την αγγίξει μπορεί να της δείξει την αγάπη του.
Η άλλη βλέπει αλλά δεν μπορεί να μιλήσει, τα μάτια της ανταμώνουν με τα μάτια του αγαπημένου της αλλά δεν μπορεί να του πει πόσο τον αγαπάει. Μόνο το άγγιγμα της γιατρεύει το "μου έλειψες".

Οι δυο μου κόρες, όμορφε νεαρέ, αγαπάνε εσένα όπως ήδη ξέρεις. Και να το ξέρεις πως όποια και να διαλέξεις δεν θα στην δώσω αν δεν βρεθεί γαμπρός και για την άλλη.

Γιατί αν η τυφλή Επιθυμία μείνει μόνη της, θα καταρραστεί την Ομορφιά και θα ασχημύνει

Και άν η μουγγή Ομορφιά μείνει μόνη της, θα αφορίσει την Επιθυμία και δεν θα σε ποθεί πια.

Ετσι που σε συμβουλεύω να διαλέξεις ποια θέλεις στην ζωή σου και να περιμένεις μέχρι να βρεθεί νέος ταιριαστός για την άλλη.



Ο νέος μπερδεύτηκε πολύ κι έβαλε τα κλάμματα. Εκλαψε τόσο πολύ που τα μάτια του έχασαν το φως τους. Έτσι τυφλός πήρε έναν φίλο του για οδηγό και πήγε στο σπίτι της Ομορφιάς και της Επιθυμίας. Του άνοιξε την πόρτα η Ομορφιά αλλά δεν μπορούσε να την δει. Τότε ήρθε στο κατώφλι η Επιθυμία και τον άγγιξε στον ώμο. Εκείνος γύρισε και την αγκάλιασε κι από τότε δεν έχει καταφέρει να χωρίσει από εκείνην. Ενώ ο φίλος του που τον οδήγησε ως εκεί κοιτάει ακόμα ερωτευμένος την γυναίκα του την Ομορφιά.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Ήρθε το καλοκαίρι και κατέβηκε ως την παραλία. Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού, την άφησε ανοιχτή να φύγει η κλεισούρα και σιγά σιγά ξεκίνησε να βγάζει τραπεζάκια έξω πάνω στην άμμο. Έπειτα καθάρισε όσα βλέπει η πεθερά κι άναψε τσιγαράκι περιμένοντας τις πρώτες προμήθειες. Η αμμουδιά ήταν άδεια, εντελώς. Μια βουτιά και ύπνος κάτω από το δέντρο.






Είχαν ξεσπάσει πόλεμοι την προηγούμενοι μέρα, είχε ακούσει για κάτι νεροποντές στο Βορρά που κατέστρεψαν ολόκληρες πόλεις. Αναρωτήθηκε εάν αυτό που τους τσαμπουνάγανε όλο το χειμώνα περί οικονομικής κρίσης θα είχε κάποια επίπτωση στην ταβέρνα. Μπα, σκέφτηκε. Εμείς έχουμε μαιμού οικονομία, οπότε θα έχουμε και μαιμού κρίση.


Ξάπλωσε γυμνός πάνω στην άμμο, κι έχωσε για λίγο το πρόσωπο μέσα στους καυτή σκόνη της. Τα κύματα έφταναν ως τα πέλματα, γλώσσες δροσερές.

Ο πολιτισμός της εικόνας τον εμπόδιζε να σκεφτεί παραπάνω. Θα έρθουν και πάλι κορμιά στην ακτή, θα κοιτάζονται, δεν θα τους νοιάζει τίποτα, πέρα από την εφήμερη εικόνα τους, για μέρες ολόκληρες δεν θα κάνουν τίποτα άλλο από το να παίζουν με την εικόνα τους και τις εικόνες του άλλου. Διακοπές λέει.


Τουλάχιστον εκείνος είχε κάτι να κάνει μέσα σε όλο αυτό το νωχελικό σύννεφο ανθρώπων που μαζεύονταν. Δούλευε, λέει.

Στην πραγματικότητα διευθετούσε τις ματιές των εφήβων που ερωτεύονταν στην παραλία κάτω από την μύτη των γυμνών γονιών τους.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

πωλειται

Mήπως ν' αρχίσει να γράφει και κανας άλλος;



ΠΩΛΕΙΤΑΙ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΛΟΓΩ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ