Σήμερα μου φάνηκε πως επανάσταση είναι
να καλημερίζεις τους σκουπιδιάρηδες,
να καλοχαιρετάς τους οδοκαθαριστές,
να λες γεια σας τι κάνετε, πως είστε στις καθαρίστριες του μετρό.
να χεις ενα πλατύ χαμόγελο ευγνωμοσύνης για την δουλειά τους.
Γιατί κι οι μικροί μισθοί ξεκινάνε από την πεποίθηση ότι τάχα η δουλειά τους είναι ασήμαντη. Κι ότι αν είσαι ένας εξέκιουτιβ (εξε q τιβ) κάνεις πιο σημαντική δουλειά. Ταχαμου ταχαμου...
Ζήτω οι καθαρίστριες, τιμή στους σκουπιδιάρηδες!
Τετάρτη 21 Απριλίου 2010
Σάββατο 10 Απριλίου 2010
Έτσι κι αλλιώς στριμώχνεσαι σε μια γεμάτη Αθηνα,
καθάρισες τα τζάμια μου κι ήταν μεγάλη η πείνα
Ανήλικος ή ενήλικος, ξένες για σένα λέξεις
επιρρεπής άντρας - παιδί, police: πρέπει να τρέξεις.
Ο χρόνος στα φανάρια μας κάποτε ήταν άδειος
μελαχροινά χαμόγελα της ξενιτειάς ο άγιος
Θυμωνεις, χαράζεις με πίκρα το παρμπρίζ
θυμώνω, θυμάμαι της φτώχειας το πρεστιζ
καθάρισες τα τζάμια μου κι ήταν μεγάλη η πείνα
Ανήλικος ή ενήλικος, ξένες για σένα λέξεις
επιρρεπής άντρας - παιδί, police: πρέπει να τρέξεις.
Ο χρόνος στα φανάρια μας κάποτε ήταν άδειος
μελαχροινά χαμόγελα της ξενιτειάς ο άγιος
Θυμωνεις, χαράζεις με πίκρα το παρμπρίζ
θυμώνω, θυμάμαι της φτώχειας το πρεστιζ
Τρίτη 6 Απριλίου 2010
_____________________
είδα την ενηλικίωση της γιαγιάς μου στα 80 της χρόνια, όταν ήμουν ακόμα 14 και η μητέρα μου ήταν ήδη παιδί μου.
είδα τον πατέρα μου να λείπει καπνίζοντας από τον θάνατο του δικού του πατέρα ενώ εγώ ήμουν εκεί.
από τον θάνατο της ενηλικης γιαγιάς μου κι έπειτα, οι ορμόνες γίνονται ορμούνες.
με απειλούν με εξαφάνιση αν δεν παλέψω το φιλί.
είδα την ενηλικίωση της γιαγιάς μου στα 80 της χρόνια, όταν ήμουν ακόμα 14 και η μητέρα μου ήταν ήδη παιδί μου.
είδα τον πατέρα μου να λείπει καπνίζοντας από τον θάνατο του δικού του πατέρα ενώ εγώ ήμουν εκεί.
από τον θάνατο της ενηλικης γιαγιάς μου κι έπειτα, οι ορμόνες γίνονται ορμούνες.
με απειλούν με εξαφάνιση αν δεν παλέψω το φιλί.
Πέμπτη 1 Απριλίου 2010
Δεν είχες ενδοιασμούς.
Σπλαγχνικά έραβες το έρεβος εντός σου.
Μέχρι να σε πάρουνε χαμπάρι κι άντε πάλι.
Μένω παράλυτη σιγά σιγά. Απανωτά ηλεκτροσοκ.
Μία φορά καίς ό,τι αγάπησες και γυρνάς σελίδα, δύο φορές καις ό,τι αγάπησες και γυρνάς σελίδα.
Την τρίτη καις την σελίδα.
Η πολυτέλεια του πένθους γιορτάζεται κάθε άνοιξη.
Φεύγουσα κόρη και νυμφίος εκστατικός.
Δώστε μου την ευχη σας να ζήσω ακόμη λίγο.
Λες και μου τελειώνουν οι επιθυμίες.
Σπλαγχνικά έραβες το έρεβος εντός σου.
Μέχρι να σε πάρουνε χαμπάρι κι άντε πάλι.
Μένω παράλυτη σιγά σιγά. Απανωτά ηλεκτροσοκ.
Μία φορά καίς ό,τι αγάπησες και γυρνάς σελίδα, δύο φορές καις ό,τι αγάπησες και γυρνάς σελίδα.
Την τρίτη καις την σελίδα.
Η πολυτέλεια του πένθους γιορτάζεται κάθε άνοιξη.
Φεύγουσα κόρη και νυμφίος εκστατικός.
Δώστε μου την ευχη σας να ζήσω ακόμη λίγο.
Λες και μου τελειώνουν οι επιθυμίες.
Κυριακή 21 Μαρτίου 2010
... σήμερα μέσα από δύο απανωτούς πανικούς εξαγνίστηκε το συμπαν.
Μυρίζει καμμένο αλλά ευτυχώς δεν πρόκειται για την γούνα μου.
Ανυπομονώ για την μιζέρια αλλά της ξεφεύγω τελευταία στιγμή.
Αδρανούν οι αδαείς των εγκάτων οι φύλακες.
Ραδιουργούν οι αδρότητες της παλάμης μας.
Γεννεσιουργοί της αγωνίας μας άγγελοι.
Υδρίες οι κόρες φέρουσες
Ραστωνη της ακροτελευτιας διάταξης
Ωγυγια: η αθωότητα γυμνή και φεύγουσα.
____________________
Μονο για σενα γραφω έτσι. Είσαι από κείνες τις φαρμακευτικές ουσίες που δηλητηριάζουν σε μεγάλες δόσεις.
Μυρίζει καμμένο αλλά ευτυχώς δεν πρόκειται για την γούνα μου.
Ανυπομονώ για την μιζέρια αλλά της ξεφεύγω τελευταία στιγμή.
Αδρανούν οι αδαείς των εγκάτων οι φύλακες.
Ραδιουργούν οι αδρότητες της παλάμης μας.
Γεννεσιουργοί της αγωνίας μας άγγελοι.
Υδρίες οι κόρες φέρουσες
Ραστωνη της ακροτελευτιας διάταξης
Ωγυγια: η αθωότητα γυμνή και φεύγουσα.
____________________
Μονο για σενα γραφω έτσι. Είσαι από κείνες τις φαρμακευτικές ουσίες που δηλητηριάζουν σε μεγάλες δόσεις.
Σάββατο 13 Μαρτίου 2010
Κυριακή 7 Μαρτίου 2010
Xρειάζονται περίπου 300 σελίδες για 3 λέξεις.
Είναι άνθρωποι που λυπούνται και θυμώνουν, εκ πεποιθήσεως. Ό,τι και να κάνεις αυτοί θα βρουν έναν λόγο να θυμώσουν. Δεν έχει θεραπεία αυτή η ασθένεια.
Ψιλόβροχο στην Αθήνα, μια πραγματική συννεφιασμένη Κυριακή. Εγώ θα κοιτάξω μπροστά, όπως πάντα. Δημιουργώντας το ελλείπον έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Αχιλλέας, 5 χρονών. Του άρεσε να παρατηρεί τις κότες στο κοτέτσι. Καμιά φορά έμπαινε και μέσα και βρώμιζε τα ρούχα του και ποιος άκουγε την μάνα μετα.. Μοναχικό παιδί αλλά δεν τον πείραζε κανείς. Ήξερε να βάζει στην θέση του τις αθώες συμμορίες όταν αργότερα μεγάλωσε λίγο. Όταν μεγάλωσε περισσότερο έμαθε να αναγνωρίζει πότε ήθελε μια κοπέλα και πότε όχι. Κόστισε λίγο να μάθει να κρατάει τα νεύρα του όταν τύχαινε η κοπέλα να μην ξέρει τι θέλει. Έφαγε τα μούτρα του, ήπιε λίγο παραπάνω κάποια βράδια και θυμήθηκε πάλι να χαμογελάει μέσα από την καρδιά του. Αυτό δεν μπορούσε να το κλέψει κανείς. Αναχώρησε για άλλη πόλη. Και βρήκε μια δουλειά όπου θα μπορούσε να παρατηρεί τους ανθρώπους όπως κότες στο κοτέτσι.
Δεν ανοιγόταν σε κανέναν, όποιος καταλάβε, ό,τι κατάλαβε από το χαμόγελό του.
Και προς μεγάλη του έκπληξη, πάντα υπήρχαν άνθρωποι γύρω του που καταλάβαιναν. Δούλευε συνέχεια και όλο και πιο πολύ ξεχνούσε πως είναι να κοιμάσαι και να αγκαλιάζεις ένα ζεστό, γλυκό, οικείο σώμα.
Είναι άνθρωποι που λυπούνται και θυμώνουν, εκ πεποιθήσεως. Ό,τι και να κάνεις αυτοί θα βρουν έναν λόγο να θυμώσουν. Δεν έχει θεραπεία αυτή η ασθένεια.
Ψιλόβροχο στην Αθήνα, μια πραγματική συννεφιασμένη Κυριακή. Εγώ θα κοιτάξω μπροστά, όπως πάντα. Δημιουργώντας το ελλείπον έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Αχιλλέας, 5 χρονών. Του άρεσε να παρατηρεί τις κότες στο κοτέτσι. Καμιά φορά έμπαινε και μέσα και βρώμιζε τα ρούχα του και ποιος άκουγε την μάνα μετα.. Μοναχικό παιδί αλλά δεν τον πείραζε κανείς. Ήξερε να βάζει στην θέση του τις αθώες συμμορίες όταν αργότερα μεγάλωσε λίγο. Όταν μεγάλωσε περισσότερο έμαθε να αναγνωρίζει πότε ήθελε μια κοπέλα και πότε όχι. Κόστισε λίγο να μάθει να κρατάει τα νεύρα του όταν τύχαινε η κοπέλα να μην ξέρει τι θέλει. Έφαγε τα μούτρα του, ήπιε λίγο παραπάνω κάποια βράδια και θυμήθηκε πάλι να χαμογελάει μέσα από την καρδιά του. Αυτό δεν μπορούσε να το κλέψει κανείς. Αναχώρησε για άλλη πόλη. Και βρήκε μια δουλειά όπου θα μπορούσε να παρατηρεί τους ανθρώπους όπως κότες στο κοτέτσι.
Δεν ανοιγόταν σε κανέναν, όποιος καταλάβε, ό,τι κατάλαβε από το χαμόγελό του.
Και προς μεγάλη του έκπληξη, πάντα υπήρχαν άνθρωποι γύρω του που καταλάβαιναν. Δούλευε συνέχεια και όλο και πιο πολύ ξεχνούσε πως είναι να κοιμάσαι και να αγκαλιάζεις ένα ζεστό, γλυκό, οικείο σώμα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)